Λόγος εις την Κυριακή του Παραλύτου

Λόγος εις την Κυριακή του Παραλύτου

Λόγος εις την Κυριακή του Παραλύτου

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΔΑ

[Μέρος Δεύτερο: υπομνηματισμός των χωρίων Ιω.5,14-22]

[Επιλεγμένα αποσπάσματα από τις ομιλία ΛΗ΄ του αγίου, που εμπεριέχεται στο Υπόμνημά του στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο]

«Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται(:Έπειτα από αυτά, τον βρήκε ο Ιησούς στην αυλή του ναού και του είπε: ’’πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνεις πλέον, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο’’)»[Ιω.5,14].

Φοβερό πράγμα η αμαρτία, φοβερό και ολέθριο για την ψυχή. Πολλές φορές επιπλέον το κακό υπερπλεονάζει και βλάπτει και τα σώματα. Επειδή δηλαδή ως επί το πλείστον, όταν ασθενεί η ψυχή μας, δε συναισθανόμαστε το άλγος, όταν όμως το σώμα μας πάθει έστω και την παραμικρή βλάβη, καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, για να το απαλλάξουμε από την ασθένεια, για τον λόγο αυτό πολλές φορές ο Θεός τιμωρεί το σώμα για τα αμαρτήματα της ψυχής, ώστε με τη δοκιμασία του μικρότερου να θεραπευθεί το μεγαλύτερο.

Με αυτόν τον τρόπο και ο απόστολος Παύλος θεράπευσε τον άνθρωπο που πόρνευε στην Κόρινθο, αφού συγκράτησε την ασθένεια της ψυχής με την φθορά του σώματος· διότι κατέστειλε το κακό, κάνοντας εγχειρητική τομή στο σώμα, σαν να ήταν ένας άριστος γιατρός, ο οποίος, όταν δεν υποχωρεί η υδρωπικία ή η ασθένεια της σπλήνας, με την χρησιμοποίηση εσωτερικών φαρμάκων, τα καυτηριάζει εξωτερικώς[βλ. Α΄Κορ.5,1-5 :«λως κούεται ν μν πορνεία, κα τοιαύτη πορνεία, τις οδ ν τος θνεσιν νομάζεται, στε γυνακά τινα το πατρς χειν.κα μες πεφυσιωμένοι στέ, κα οχμλλον πενθήσατε, να ξαρθ κ μέσου μν  τ ργον τοτο ποιήσας! γ μν γρ ς πν τ σώματι, παρν δ τπνεύματι, δη κέκρικα ς παρν τν οτω τοτο κατεργασάμενον,ν τ νόματι τοΚυρίου μν ησο Χριστο συναχθέντων μν κα το μο πνεύματος σν τδυνάμει το Κυρίου μν ησο Χριστοῦ, παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ(: Είμαι όμως υποχρεωμένος από την αγάπη που σας έχω, να σας κάνω μερικές ακόμη παρατηρήσεις.

Έχει διαδοθεί και είναι γνωστό παντού, ότι επικρατεί μεταξύ σας πορνεία και τέτοια μάλιστα φοβερή πορνεία, η οποία ούτε και μεταξύ αυτών των ειδωλολατρών δεν αναφέρεται, σε σημείο που κάποιος από εσάς να συζεί με τη γυναίκα του πατέρα του, δηλαδή τη μητριά του. Και εσείς εντούτοις εξακολουθείτε να είστε φαντασμένοι και υπερήφανοι για τη σοφία σας και τα χαρίσματά σας, και δεν πενθήσατε μάλλον όλοι σας, για να εκδιωχθεί εκ μέρους του Θεού και να λείψει από την κοινωνία σας εκείνος, που διέπραξε τη φοβερή αυτή αμαρτία! Διότι εγώ, σας το λέγω καθαρά, αν και είμαι απών σωματικώς, είμαι όμως με τον νου και την καρδιά παρών μεταξύ σας, έχω πλέον κρίνει και καταδικάσει, σαν να ήμουν παρών μεταξύ σας, αυτόν ο οποίος κατά έναν τέτοιον αναίσχυντο τρόπο έχει διαπράξει τη φοβερή αμαρτία. Και πρέπει, λοιπόν, αφού εν τω ονόματι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού συγκεντρωθείτε όλοι σας, και εσείς και το πνεύμα μου μαζί με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να παραδώσουμε αυτόν τον άνθρωπο στο σατανά( με την αποκοπή του από την Εκκλησία), για να τιμωρηθεί και να ταλαιπωρηθεί σκληρά το σώμα του και να συνέλθει με την παιδαγωγική αυτή τιμωρία, ώστε να σωθεί η ψυχή του, κατά τη μεγάλη εκείνη ημέρα του Κυρίου ημών Ιησού)».

Το ίδιο έκανε και ο Χριστός στην περίπτωση του παραλύτου. Και πρόσεξε πώς ομίλησε ο Κύριος για να δηλώσει αυτό: «Ιδού τώρα έχεις γίνει υγιής. Να μην αμαρτάνεις πλέον για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο». Τι διδασκόμαστε λοιπόν από τα λόγια αυτά; Καταρχάς ότι η ασθένεια προήλθε από τις αμαρτίες στον παραλυτικό. Δεύτερο ότι ο λόγος για την γέεννα είναι αξιόπιστος και τρίτον ότι η τιμωρία είναι μακρά και άπειρη. Πού είναι συνεπώς εκείνοι που διαμαρτύρονται λέγοντας: «Για το διάστημα μιας ώρας που φόνευσα και για το ελάχιστο χρονικό διάστημα που μοίχευσα, θα τιμωρούμαι αιωνίως;». Και ο παράλυτος της Βηθεσδά αντίστοιχα δεν αμάρτησε για τόσα έτη, για όσα τιμωρούνταν, και όμως σχεδόν μια ολόκληρη ζωή πέρασε ευρισκόμενος στη μακρόχρονη τιμωρία· διότι τα αμαρτήματα δεν κρίνονται από τον χρόνο που διαρκούν, αλλά από τη φύση των παραβάσεων.

Μαζί με αυτά και το εξής είναι δυνατό να προσέξουμε, ότι και αν ακόμη υποστούμε βαριά τιμωρία για τα προηγούμενα αμαρτήματα και έπειτα περιπέσουμε πάλι στα ίδια, πολύ περισσότερο θα πάθουμε εκ νέου πολύ χειρότερα. Και πολύ δικαιολογημένα. Διότι εκείνος που δεν έγινε καλύτερος ούτε με την τιμωρία, επισύρει για τον εαυτό του μεγαλύτερη ποινή ως αναίσθητος πλέον και περιφρονητής των εντολών του Θεού. Βέβαια η τιμωρία ήταν αρκετή μόνη της να διορθώσει και να καταστήσει σωφρονέστερο αυτόν που για μία φορά αμάρτησε. Επειδή όμως δε σωφρονίστηκε με την πρώτη τιμωρία που του επιβλήθηκε, αλλά αποτολμά με θράσος πάλι τα ίδια, είναι φυσικό και δίκαιο ένας τέτοιος άνθρωπος να υποστεί κάποια τιμωρία, την οποία ο ίδιος προκαλεί στον εαυτό του. Εάν λοιπόν τιμωρηθήκαμε κατά τη διάρκεια της παρούσης ζωής αλλά υποπέσαμε στη συνέχεια στα ίδια αμαρτήματα, κατόπιν τιμωρούμαστε αυστηρότερα· όταν όμως δεν τιμωρούμαστε στην παρούσα ζωή για τα όσα έχουμε αμαρτήσει, πώς δεν πρέπει να φοβόμαστε και να τρέμουμε επειδή πρόκειται αιωνίως πλέον να υποστούμε ανεπανόρθωτα κακά;

«Και για ποιο λόγο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «δεν τιμωρούνται όλοι με τον ίδιο τρόπο;» Διότι βλέπουμε πολλούς από τους ασεβείς να είναι υγιείς και σφριγηλοί στο σώμα και να απολαμβάνουν μεγάλη ευημερία. Αλλά ας μην ενθαρρυνόμαστε και να απορούμε βλέποντας αυτούς ατιμώρητους στην παρούσα ζωή, αλλά γι’ αυτό ακριβώς να τους λυπούμαστε περισσότερο. Διότι το γεγονός ότι δεν υφίστανται εδώ καμία τιμωρία, γίνεται αιτία μεγαλύτερης τιμωρίαςστον ουρανό. Και ο Παύλος για να το καταστήσει αυτό σαφές έλεγε: «κρινόμενοι δ π το Κυρίου παιδευόμεθα, να μ σν τ κόσμ κατακριθμεν(:τιμωρούμενοι τώρα από τον Κύριο με βάση τη δίκαιή Του κρίση, παιδαγωγούμαστε προς μετάνοια και διόρθωση, για να μην καταδικαστούμε οριστικά σε απώλεια μαζί με τον κόσμο της αμαρτίας)»[Α΄Κορ.11,32]. Διότι η εδώ τιμωρία έχει τον χαρακτήρα νουθεσίας, ενώ εκεί είναι πραγματική τιμωρία.

«Τι λοιπόν; Όλες οι ασθένειες προέρχονται από τα αμαρτήματα;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Όχι όλες βέβαια, αλλά οι περισσότερες. Μερικές προκαλούνται από ραθυμία. Πραγματικά η γαστριμαργία, η μέθη και η οκνηρία προκαλούν τις ασθένειες αυτού του είδους. Πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση ένα μόνο να προσέχουμε, πώς δηλαδή θα υποφέρουμε με ευχαρίστηση κάθε πληγή.

Οι ασθένειες επίσης προκαλούνται και για αποφυγή αμαρτημάτων, όπως βλέπουμε στα βιβλία των Βασιλειών κάποιον που για τον σκοπό αυτό καταλήφθηκε από μια οδυνηρή ασθένεια των ποδιών[βλ. Γ΄Βασιλ. 15,23: «κα τ λοιπ τν λόγων σ κα πσα δυναστεία ατον ποίησε, κα τς πόλεις, ς κοδόμησεν, οκ δο τατα γεγραμμένα στν π βιβλί λόγων τν μερν τος βασιλεσιν ούδα; πλν ν τκαιρ το γήρως ατο πόνεσε τος πόδας ατοῦ(:Τα υπόλοιπα έργα του δίκαιου βασιλέως Ασά και όλα τα μεγάλα του κατορθώματα που είχε επιτύχει, και οι πόλεις τις οποίες οχύρωσε, όλα αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο των λόγων και των έργων των βασιλέων Ιούδα; Ωστόσο κατά τον καιρό των γηρατειών του υπέφερε αυτός από πόνους των ποδών του)»]. Προκαλούνται όμως οι ασθένειες και για να προοδεύσουμε στην αρετή, όπως λέγει ο Θεός στον Ιώβ: «μ ποποιο μου τ κρίμα. οει δέ με λλως σοι κεχρηματικέναι  να ναφανς δίκαιος;(:Μην αρνείσαι και δεν μπορείς να αρνηθείς τη δίκαιη απόφασή μου και ενέργεια σχετικά με εσένα. Νομίζεις ότι για άλλο λόγο ενήργησα εγώ για εσένα και σε δοκίμασα, παρά μόνο για να αναδειχθείς δίκαιος;)»[Ιώβ, 40,8].

Αλλά γιατί τέλος πάντων αποκαλύπτει ο Χριστός τις αμαρτίες των παραλυτικών αυτών; Διότι και σε εκείνον, τον οποίο αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει: «Έχε θάρρος, παιδί μου· σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου»[Ματθ.9,2] και σε αυτόν της Βηθεσδά που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ιδού τώρα έχεις γίνει υγιής. Να μην αμαρτάνεις πλέον». Γνωρίζω βέβαια ότι μερικοί διαβάλλουν τον παραλυτικό αυτό, ισχυριζόμενοι ότι ο παραλυτικός αυτός έγινε κατήγορος του Χριστού και για τον λόγο αυτό άκουσε τον Χριστό να του λέγει αυτά τα λόγια. Τι θα πούμε όμως για εκείνον τον παράλυτο του Ματθαίου, ο οποίος άκουσε σχεδόν τα ίδια τα λόγια; Καθώς και σε εκείνον είπε: «Σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου».

Συνεπώς είναι φανερό ότι ο παράλυτος της Βηθεσδά δεν άκουσε αυτά περί αμαρτιών του εξαιτίας κάποιας κατηγορίας σε βάρος του Κυρίου. Και αυτό μάλιστα είναι δυνατό να το αντιληφθούμε καθαρότερα από τη συνέχεια· «Ύστερα από αυτά», λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «τον βρήκε ο Ιησούς στον ναό», πράγμα που είναι απόδειξη μεγάλης ευλάβειας· διότι δεν πήγε ο παράλυτος σε αγορές και σε περιπάτους, ούτε παρέδωσε τον εαυτό του σε τρυφή και την απόλαυση, αλλά περνούσε τον καιρό του στο ναό, μολονότι επρόκειτο να αντιμετωπίσει τόση μεγάλη επίθεση από τους Ιουδαίους και να εκδιώκεται από όλους από εκεί. Τίποτε όμως από αυτά δεν τον έπεισε να απομακρυνθεί από τον ναό. Όταν λοιπόν τον βρήκε εκεί ο Χριστός, αφού πλέον ο παράλυτος είχε συζητήσει με τους Ιουδαίους, δεν έκανε κανένα υπαινιγμό τέτοιου είδους. Διότι εάν δεν ήθελε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό, θα έλεγε: «Πάλι τα ίδια επιχειρείς και ούτε με τη θεραπεία έγινες καλύτερος;». Όμως δεν του είπε τίποτε από αυτά, παρά μόνο τον ασφαλίζει για το μέλλον.

Γιατί όμως και όταν θεράπευσε χωλούς και άλλους αναπήρους, δεν ανέφερε σε καμία περίπτωση αυτά; Εγώ νομίζω ότι σε αυτούς η ασθένεια προερχόταν από τα αμαρτήματα, ενώ στους άλλους αυτό το πάθος οφειλόταν σε φυσική αιτία. Διαφορετικά και στους άλλους θα έλεγε τα ίδια που είπε στους παραλύτους· διότι η ασθένεια αυτή της παραλύσεως είναι χειρότερη από όλες τις άλλες, δια μέσου του μεγαλύτερου διορθώνει και τα ελαφρότερα. Δηλαδή, όπως όταν θεράπευσε κάποιον άλλο, του έλεγε να δοξάσει τον Θεό, δε συμβούλευε εκείνον μόνο, αλλά διαμέσου αυτού όλους τους ανθρώπους, κατά όμοιο τρόπο και σε αυτούς με όσα λέγει νουθετεί και συμβουλεύει όλους τους άλλους τα ίδια ακριβώς, που είπε στους παραλυτικούς. Επιπλέον πρέπει να πούμε και αυτό, ότι δηλαδή επειδή διείδε μέσα στην ψυχή του παραλυτικού την καρτερικότητα και επειδή αντιλήφθηκε ότι ήταν σε θέση να δεχθεί το παράγγελμα, τον συμβουλεύει και τον συγκρατεί και με την ευεργεσία και με τον φόβο των μελλοντικών κακών για την υγεία του.

Και πρόσεξε την έλλειψη κάθε υπερηφάνειας από τον Κύριο. Διότι δεν του είπε: «Κοίταξε, σε έκανα υγιή», αλλά «έχεις γίνει υγιής, να μην αμαρτάνεις πλέον». Επίσης δεν του είπε «για να μη σε τιμωρήσω», αλλά «για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο». Και τα δύο τα εξέφρασε απροσώπως και του φανέρωσε ότι η αποκατάσταση της υγείας του ήταν περισσότερο αποτέλεσμα χάριτος παρά της προσωπικής αξίας του παραλύτου.Διότι δεν είπε ότι ο παραλυτικός επάξια απαλλάχτηκε από την τιμωρία, αλλά ότι θεραπεύτηκε από φιλανθρωπία. Επειδή αν δεν επρόκειτο για αυτό, θα του έλεγε: «Ιδού, τιμωρήθηκες αρκετά για τα αμαρτήματά σου. Είσαι πλέον ασφαλής». Τώρα όμως δεν του μίλησε έτσι, αλλά πώς; «Ιδού,έχεις γίνει υγιής. Να μην αμαρτάνεις πλέον». Εάν όμως δεν τιμωρούμαστε, μολονότι επιμένουμε στα ίδια αμαρτήματα, επαναλαμβάνω συνεχώς τον ακόλουθο αποστολικό λόγο: «λογίζ δτοτο,  νθρωπε,  κρίνων τος ττοιατα πράσσοντας κα ποιν ατά, τι σκφεύξ τ κρμα το Θεο;  το πλούτου τς χρηστότητος ατο κα τς νοχς κατς μακροθυμίας καταφρονες, γνον τι τ χρηστν το Θεο ες μετάνοιάν σε γει; κατ δ τν σκληρότητά σου καμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτργν ν μέρ ργς κα