Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η ΕΠΙΒΑΤΗΝΗ

Η οσία Παρασκευή γεννήθηκε στους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης στο τέλος του 10ου ή αρχές του 11 ου αιώνα.

Ο πατέρας της ονομαζόταν Νικήτας - δεν γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας της - γέννησε και έτερο υιό τον μετέπειτα άγιο Επίσκοπο Μαδύτου, Ευθύμιο τον Μυροβλύτη. Ο άγιος Ευθύμιος ο Μυροβλύτης επίσκοπος Μαδύτου, πόλεως της

Ανατολικής Θράκης κοντά στα Δαρδανέλλια, είναι αδελφός της οσίας Παρασκευής. Ο πατέρας τους, ο ευλογημένος Νικήτας πέθανε νωρίς και έτσι έμειναν ορφανά από πατέρα. Η μητέρα τους τον άγιο Ευθύμιο τον έφερε από νέο σε κάποιο μοναστήρι της Κωνσταντινουπόλεως, όπου για τριάντα χρόνια ασκήτεψε και απέκτησε φήμη μεγάλου ασκητού και Αγίου, γι αυτό και ο Επίσκοπος Περίνθου τον εχειροτόνησε διάκονο. Αργότερα χειροτονηθεί πρεσβύτερος και τέλος Επίσκοπος Μαδύτου. Η αγία του ζωή και η δράση του τον έκαναν γνωστό και στον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Β' (976 -1025) ο όποιος ήλθε στην Μάδυτο και επισκέφθηκε τον Άγιο.

Η ευλογημένη μητέρα απερίσπαστη ασχολήθηκε με την ανατροφή της μικρής Παρασκευής. Την ανέθρεψε με φόβο και νουθεσία Κυρίου κατά την εντολή του Κυρίου μας. Πήγαινε τακτικά με την μητέρα της στην Εκκλησία, άκουε και μελετούσε τον Νόμο του Θεού και προσπαθούσε να τον εφαρμόσει. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός που συνέβη όταν πήγε κάποτε στην Εκκλησία σε ηλικία δέκα ετών και άκουσε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας. Αναφερόταν στο διάλογο του πλουσίου νέου με τον Κύριο. «Πούλησε τα υπάρχοντα σου και μοίρασέ τα στους πτωχούς και ακολούθησέ με», είπε ο Κύριος στον πλούσιο νέο, που ήθελε να κληρονομήσει τη Βασιλεία του Θεού. Για μένα τα λέγει, είπε η μικρή Παρασκευή, όπως κάποτε ο άγιος Αντώνιος που άκουσε το ίδιο Ευαγγελικό ανάγνωσμα, και βγαίνοντας από το Ναό, την πρώτη πτωχή που συνάντησε της έδωσε τα ρούχα της και ντύθηκε τα φτωχικά. Αυτό το έκανε συχνά. Μοίραζε τα ρούχα της στα πτωχά παιδιά και το φαγητό της στα παιδιά του σχολείου.

Μια άλλη φορά συνάντησε μια πτωχή κόρη και θέλησε να την ελεήσει με χρήματα. Λυπήθηκε γιατί δεν είχε μαζί της. Τότε χωρίς δισταγμό βγάζει το χρυσό σταυρό που φορούσε και το δίνει στην πτωχή. Δεν είναι σωστό, της είπε η παιδαγωγός της και την μάλωσε, να δίνεις ελεημοσύνη τον σταυρό σου. Η μικρή Παρασκευή αποκρίθει: "Ο Σταυρός του Κυρίου μας δεν δείχνει την αγάπη, την ευσπλαχνία, τη θυσία του Κυρίου για μας; Γιατί λοιπόν ο δικός μου Σταυρός που υπενθυμίζει όλα αυτά, αγάπη, ευσπλαχνία, έλεος, θυσία, να μη δοθεί ως ελεημοσύνη και να ανακούφισει την φτώχεια της κόρης αυτής;" 

Η μητέρα της χαιρόταν για την πνευματική πρόοδο της κόρης της και φρόντιζε περισσότερο να την μεγαλώσει με τα νάματα της Εκκλησίας. Να αφιέρωσει την αγία κόρη της εξ ολοκλήρου στο Θεό. Ήθελε η μητέρα της να την μεγαλώσει «μετά αιδούς και σωφροσύνης, κοσμείν εαυτήν μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί, άλλ' ό πρέπει γυναιξίν επαγγελομέναις θεοσέβειαν δι' έργων αγαθών» όπως λέγει ο θείος Παύλος.

Η καρδιά της Οσίας φλεγόταν για τον αγαπημένο Νυμφίο της ψυχής της. Έτσι σε ηλικία δέκα πέντε ετών εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι των γονέων της και πήγε στην Κωνσταντινούπολη και αφού προσκύνησε όλα τα άγια προσκυνήματα της βασιλεύουσας, πηγαίνει στην Μικρά Ασία, στην Ηράκλεια του Πόντου και παραμένει για πέντε ολόκληρα χρόνια στον Ιερό Ναό της Παναγίας. Η ζωή της είναι μια άσκηση. Προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, ουράνια χαρίσματα. Μένει και υπηρετεί στην Εκκλησία. Όλοι την αγαπούν, γιατί βλέπουν την αγία ζωή της, την σκληρή άσκηση που κάνει. Προσευχή αδιάλειπτη, δάκρυα, μετάνοιες, τακτικός εκκλησιασμός και συχνή θεία Κοινωνία. Γίνεται το παράδειγμα προς μίμηση. Οι μητέρες συμβουλεύουν τις θυγατέρες τους να μοιάσουν την νεαρή Παρασκευή, που έχει νου και γνώση μεγάλου πνευματικού ανθρώπου. Πέντε ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως.

Όλοι μιλούν γι' αυτήν στην Ηράκλεια του Πόντου όπου ζει ασκητικά, κέρδισε την αγάπη, την εκτίμηση και την συμπάθεια του κόσμου. Η Οσία προσεύχεται και παρακαλεί τον Κύριο να την αξιώσει να προσκύνησει τους αγίους τόπους. Να μπορέσει να δει με τα μάτια της εκεί όπου γεννήθηκε, την φάτνη της Βηθλεέμ, τη Ναζαρέτ όπου μεγάλωσε, τον Ιορδάνη όπου βαπτίσθηκε, εκεί όπου κήρυξε και θαυματούργησε και προπαντός το φρικτό Γολγοθά όπου σταυρώθηκε και όλα γενικά τα προσκυνήματα. Δεν προφθαίνει να τελείωσει την παράκληση της και ο Κύριος ανταποκρίνεται και εκπληρώνει με θαυμαστό τρόπο την αγία επιθυμία της. Ένας όμιλος Χριστιανών ετοιμάζεται για να μεταβεί στους αγίους Τόπους. Μερικοί Χριστιανοί της προτείνουν να την πάρουν μαζί τους. Σκίρτησε από χαρά και αγαλλίαση η καρδιά της. Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο, γιατί επάκουσε την προσευχή της δούλης Του. Ο Θεός πάντα ακούει τις καλές και αγίες επιθυμίες μας που είναι για το καλό μας. Η χαρά και τα δάκρυα της δεν περιγράφονται όταν αντικρίζει την αγία πόλη, την Ιερουσαλήμ. Η καρδιά της πάει να σπάσει. Τα δάκρυα της δεν σταματούν. Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον Αυτού σιγοψιθυρίζει. Ασπάζεται τον τίμιο Σταυρό στον Γολγοθά, τον Πανάγιο Τάφο, την Γεσθημανή, την φάτνη στη Βηθλεέμ και όλα τα άγια προσκυνήματα, πατεί την αγία Γη, εκεί όπου περπάτησε ο «κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους». Και παίρνει μια απόφαση, να μείνει για πάντα στους αγίους Τόπους. Να προσεύχεται εκεί που γονάτισε και προσευχήθηκε ο Κύριος, ο τίμιος Πρόδρομος, οι άγιοι Απόστολοι. Εκεί οπού έλαμψε και μεγαλούργησε η πρώτη Εκκλησία. Να μείνει σε κάποιο ερημικό μοναστήρι από τα πολλά που υπήρχαν εκεί. Πηγαίνει στην έρημο του Ιορδάνη. Περιπατεί όπου περιπάτησε η αγία Μαρία η Αιγύπτια. Βρίσκει ένα γυναικείο μοναστήρι στην έρημο του Ιορδάνη και μένει σ' αυτό.

Η παραμονή της στο μοναστήρι, στην έρημο του Ιορδάνη αποτελεί μια νέα περίοδο της αγίας ζωής της. Γνωρίζει τον μοναχισμό, αγωνίζεται σκληρά και σε λίγο καιρό ξεπέρασε όλες τις άλλες μοναχές στην άσκηση, στην αγρυπνία, την προσευχή, την υπακοή και προπαντός την ταπείνωση, την μητέρα των αρετών. Μιμείται τον καθηγητή της ερήμου, τον Τίμιο Πρόδρομο, τον ένσαρκο άγγελο και δεύτερο πρόδρομο της παρουσίας Χριστού Ηλίαν τον ένδοξο και την οσία Μαρία την Αιγύπτια η οποία ασκήτεψε σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια στην περιοχή αυτή, την έρημο του Ιορδάνη. Υποφέρει με καρτερία τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νύχτας. Η τροφή της είναι άγρια χόρτα και καρποί δένδρων. Και το νερό λιγοστό και με το μέτρο το πίνει.

Απόφαση της είναι να μείνει στην έρημο του Ιορδάνη όπου γεύτηκε τις πιο πολλές πνευματικές χαρές. «Ταις των δακρύων της ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησε και τοις εκ βάθους στεναγμοίς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησε». Στολισμένη με τις αγγελικές αρετές στην έρημο συνεχίζει τον αγώνα της. Μια νύχτα, όπως πάντα, αγρυπνεί παραδομένη στην προσευχή και την άσκηση, με υψωμένα τα χέρια στον ουρανό - αυτή ήταν η πιο αγαπημένη της στάση, υψωμένα τα χέρια γονατιστή προσευχόταν - είδε μια θεϊκή οπτασία, ένα φωτεινό άγγελο με μορφή νέου, ο όποιος ήρθε κοντά της και της είπε. «Άφησε την έρημο και γύρισε στην πατρίδα σου όπου θα εναποθέσεις το σώμα σου στη γη - γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις - την δε ψυχή σου θα την οδήγησεις στον ουρανό κοντά στον Νυμφίο σου, τον οποίο αγάπησες περισσότερο από γονείς, συγγενείς και όλα τα αγαθά του κόσμου». Κατάλαβε ότι ήταν θεϊκή οπτασία και είχε μεγάλη χαρά για τον χωρισμό από τη γη και την αναχώρηση για τον ουρανό. Γιατί ο πιστός Χριστιανός δεν έχει εδώ μόνιμη πατρίδα, αλλά την μέλλουσα επιζητεί κατά τον θείο Παύλο. «Ούκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Λυπήθηκε όμως γιατί άφηνε την αγαπημένη της έρημο, την αγία παλαίστρα, το στάδιο των αρετών, όπου χάλκευσε και ατσάλωσε την θέλησή της. Τίποτε άλλο δεν καθαρίζει την ψυχή και δεν φέρνει κοντά στο Θεό όπως η έρημος και η ησυχία. «Τοις ερημικοίς, ζωή μακαρία εστί, θεϊκώ έρωτι πτερουμένοις».

Ύστερα λοιπόν από την θεϊκή εντολή, εγκαταλείπει την αγαπημένη της έρημο και σε ηλικία είκοσι πέντε ετών επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ επισκέπτεται το θαύμα των αιώνων, το μεγαλοπρεπή Ναό της του Θεού Σοφίας, την Παναγία την Βλαχέρνα και τα άλλα προσκυνήματα. Σαν εργατική μέλισσα που ρουφά το νέκταρ από τα ανοιξιάτικα λουλούδια περιέρχεται όλα τα προσκυνήματα και τους ενάρετους ασκητές και παίρνει πλούσιες τις ευλογίες. Μπροστά στην εικόνα την θαυματουργή της Παναγίας της Βλαχέρνας γονατίζει, υψώνει τα χέρια και χύνοντας θερμά δάκρυα προσεύχεται. «Παναγία Δέσποινα, σ' εσένα στηρίζω ολόκληρη την ζωή μου, σε σένα ανέθεσα την ελπίδα μου. Μη με απόρριψεις την φτωχή δούλη σου, μη με σιχαίνεσαι την αμαρτωλή. Από μικρή αγάπησα τον Υιό σου και Θεό μου. Εσύ γνωρίζεις την αδυναμία της γυναικείας φύσεως και τα σφάλματα μου. Δεν έχω άλλη ελπίδα. Εσύ είσαι ο φύλακας ολόκληρης της ζωής μου. Στην έρημο εσένα είχα βοηθό και τώρα που γύρισα στον κόσμο εσύ γίνε βοηθός μου. Γι' αυτό, Παναγία μου, μείνε κοντά σε μένα την φτωχή και γίνε σύμβουλος και οδηγός μέχρι τέλους τής ζωής μου».

Αφού προσευχήθηκε και πήρε άφθονες ευλογίες, ξεκίνησε να επιστρέψει στην Πατρίδα της. Κατά μια μαρτυρία ήρθε στους Επιβάτες όπου ίδρυσε φιλόπτωχο αδελφότητα, υπηρέτησε στο Ναό και βοηθούσε τους πάσχοντας, χήρες, ορφανά, γέροντες, αρρώστους και όλους όσοι είχαν ανάγκη. Κατά την άλλη μαρτυρία - την πιο πιθανή - ήρθε στην Καλλικράτεια Ανατολικής Θράκης και υπηρέτησε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Πέρασε δύο ολόκληρα χρόνια στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Καλλικρατείας, ως ξένη και άγνωστος. Σε ηλικία μόλις είκοσι επτά ετών παρέδωσε την αγία ψυχή της στα χέρια του Κυρίου της τον οποίον αγάπησε από μικρό παιδί. Το σώμα της το έθαψαν κοντά στη θάλασσα.

Πέρασαν πολλά χρόνια. Λησμονήθηκε η ξένη που ασκήτεψε και υπηρέτησε το Ναό τους. Ο Θεός όμως που δοξάζει αυτούς που τον αγάπησαν δεν την ξέχασε. Μετά από πολλά χρόνια η θάλασσα έβγαλε στην παραλία της Καλλικρατείας το σώμα κάποιου ναύτη.

Το σώμα του νεκρού ναύτη προκαλούσε ανυπόφορη δυσοσμία και κανείς δεν τολμούσε να περάσει από το μέρος εκείνο. Εκεί κοντά ασκήτευε ένας στυλίτης μοναχός και προσευχόταν νύχτα μέρα. Δεν άντεξε στην δυσοσμία ο στυλίτης μοναχός, κατέβηκε από την κολόνα και παρεκάλεσε μερικούς να σκάψουν και να θάψουν το νεκρό σώμα. Αυτοί δέχτηκαν την παράκληση του μονάχου. Την ώρα που έσκαβαν, βρήκαν ένα άφθαρτο σώμα στη γη. Απόρησαν, όμως άπειροι καθώς ήταν, δεν έδωσαν σημασία στο γεγονός και πέταξαν το δύσοσμο σώμα του ναύτη στον ίδιο τάφο και σκέπασαν τα σώματα. Ξεχάστηκε το συμβάν.

Ένας ευλαβής από το χωριό, ονόματι Γεώργιος, αγαπούσε τον Χριστό μας και συχνά προσευχόταν τις νυχτερινές ώρες στο σπίτι. Τα ξημερώματα τον πήρε για λίγο ο ύπνος και είδε μια λευκοφορεμένη σαν βασίλισσα, καθισμένη σ' ένα λαμπρό θρόνο και περικυκλωμένη από πλήθος λαμπρών στρατιωτών.
Όταν τους είδε ο φιλόχριστος φοβήθηκε και έπεσε στη γη και δεν τολμούσε να βλέπει την δική τους λαμπρότητα και ομορφιά. Ένας από τους λαμπροφορεμένους στρατιώτες του έπιασε το χέρι, τον σήκωσε και του είπε: «Γεώργιε, γιατί περιφρονήσατε το σώμα της οσίας Παρασκευής; Πάρτε το γρήγορα και βάλτε το σε κιβώτιο λαμπρό, γιατί ο Βασιλιάς του ουρανού την τίμησε στον ουρανό και θέλει να την δοξάσει στη γη». Και η λευκοφορεμένη βασίλισσα του είπε: «Πάρτε γρήγορα το λείψανό μου και βάλτε το σε λαμπρό χώρο, γιατί δεν μπορώ να υποφέρω την δυσοσμία αυτού του ανθρώπου». «Άρον τας σάρκας μου μακράν από εδώ. Ήλιος δε ούσα και φως αύτη, σκότος και δυσωδίαν ουκ ηνείχετο». Του αποκαλύπτει δε και τον τόπον όπου ήταν θαμμένη και το όνομά της και τον τόπο καταγωγής της.

Το ίδιο βράδυ και μια άλλη ευλογημένη γυναίκα του χωριού, η ευλαβής Ευφημία είδε στον ύπνο της παρόμοιο όραμα. Το πρωί διηγήθηκαν και οι δύο το όραμά τους στους συγχωριανούς τους. Όλοι έτρεξαν στον τάφο και βρήκαν το άφθαρτο σώμα της Οσίας να ευωδιάζει και έκανε πολλά θαύματα την ώρα που το μετέφεραν με την συνοδεία ιερέων και του πιστού λαού στον ναό των αγίων Αποστόλων. Τα θαύματα που ακολούθησαν τόσο στο χωριό όσο και στα γύρω χωριά που άκουσαν και έφεραν τους ασθενείς, βεβαιώνουν την αγιότητά της. Ασθενείς, ανάπηροι, δαιμονισμένοι και κάθε είδους αρρώστιες εθεραπεύοντο. Το Ιερό και άγιο σκήνωμα της έγινε πηγή ιάσεων. Πλήθη πιστών προσέτρεχαν καθημερινά να ασπασθούν το άγιο λείψανο και να παρακαλέσουν την Οσία να μεσιτεύσει στον Κύριο για τα προβλήματα που τους απασχολούσαν.

Η Εκκλησία μας εορτάζει την Αγία Παρασκευή την νέα, την Επιβατηνή στις 14 Οκτωβρίου.