Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΛΑΤΩΝ ΑΪΒΑΖΙΔΗΣ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ Η ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ

Ήδη από τον Ιανουάριο του 1921, είχαν αρχίσει οι συλλήψεις πολλών προυχόντων της περιοχής όπου η Μητρόπολη της Αμασείας.

Την νύχτα της 4ης Φεβρουαρίου 1921, γίνεται έφοδος από τις τουρκικές αρχές στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Συλλαμβάνεται ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος, ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων και αρκετοί από το διοικητικό προσωπικό, και άλλοι υπάλληλοι της Μητροπόλεως.

Ο Χρήστος Σαμουηλίδης σημειώνει: Τα ονόματά τους ήταν από τα πιο γνωστά της Σαμψούντας. Αντιπροσώπευαν την αφρόκρεμα της κοινωνίας, τον πλούτο, την μόρφωση και την επιρροή. Ανάμεσα τους ήταν επιστήμονες, γιατροί, φαρμακοποιοί, δικηγόροι, καθηγητές, δάσκαλοι, ανώτεροι υπάλληλοι της Οθωμανικής Τράπεζας, του Μονοπωλείου καπνού της Ῥεζή και των άλλων εταιρειών και πρακτορείων της πόλης.

Τους σήκωσαν από τα ζεστά κρεβάτια τους και τους έριξαν στα παγωμένα μπουντρούμια, υπόδικους, με την κατηγορία ότι συνεργάζονταν με τους αντάρτες των βουνών για την απόσπαση του Πόντου από την τουρκική επικράτεια[1].

Ταυτόχρονα, γίνονται εξονυχιστικές έρευνες στα γραφεία και τα υπόλοιπα δωμάτια του Μητροπολιτικού μεγάρου. Αδειάζονται ντουλάπια, αναποδογυρίζονται γραφεία και συρτάρια, με την ελπίδα πως θα βρεθούν ενοχοποιητικά έγγραφα και στοιχεία.

Παράλληλα, συλλαμβάνονται και άλλοι προύχοντες και μη, Αμιτσηνοί, Αλατζάνοι και Παμφραίοι έμποροι και επιστήμονες, οι οποίοι οδηγούνται χειροδέσμιοι με μεγάλη συνοδεία ενόπλων στρατιωτών και χωροφυλάκων στις φυλακές της Αμισού και από εκεί στις φύλακες της Αμασείας.

Η ζωή μέσα στις φυλακές είναι αφόρητη και η ατμόσφαιρα βαρειά και αποπνικτική, εξαιτίας των μικρών χώρων, μέσα στους οποίους είναι υποχρεωμένοι να συνωστίζονται πολλοί φυλακισμένοι.

Πολλές φυλακές, κατερειπωμένες και ακατάλληλες και για τα ζώα ακόμη, είναι αναγκασμένοι να τις επισκευάζουν με αδρά δικά τους έξοδα.

Οι κακές μυρωδιές από τα αποχωρητήρια και η μυρωδιά του ανθρακικού οξέος από τα κάρβουνα που ανάβουν για το φαγητό τόσων φυλακισμένων και για την θέρμανσή τους, δημιουργούν την πιο απαίσια και ανθυγιεινή κατάσταση.

Τα θερμουργά κηρύγματα του Πλάτωνα μέσα στην φυλακή, τονώνουν την πίστη των συγκρατουμένων του στην πρόνοια του Πανάγαθου Θεού. Δέχεται με εγκαρτέρηση και υποταγή κάθε σωματικό πόνο και κάθε θλίψη της ψυχής. Καταρρέει καθημερινά σωματικά, αλλά αναγεννάται πνευματικά. Δίδει το ολοζώντανο παράδειγμα της πλήρους, με ηρεμία ψυχής, υποταγής στο θέλημα του Θεού. Το καθημερινό: Γεννηθήτω το θέλημά Σου, ήταν έκφραση της ολόψυχης εμπιστοσύνης του στον Θεό, και το διαρκές: Δόξα Σοι ὁ Θεός, μαρτυρία της ευγνωμονούσας ψυχής του.

Ωστόσο οι εβδομάδες και οι μήνες περνούσαν όπως γράφει ο Χ. Σαμουηλίδης και η κατάστασή τους χειροτέρευε. Μόνο η υπομονή κρατούσε τους υπόδικους στην ζωή. Η υπομονή και η ελπίδα πως οι Έλληνες αδελφοί της Κωνσταντινούπολης θα είχαν άγρυπνο το μάτι πάνω τους και θα παρενοχλούσαν τους συμμάχους με τα διαβήματά τους για να μην πάθουν κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Οι πιο αισιόδοξοι μάλιστα, όπως ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων Αϊβαζίδης και ο καθηγητής Βαλιούλης, στήριζαν τις ελπίδες του στην πυγμή της Ελληνικής κυβέρνησης και στην δύναμη του ελληνικού στρατού που πατούσε το πόδι του στέρεα πάνω στα χώματα της Μικρασίας. Βολεύονταν καλά, με την πεποίθηση τούτη, και την μετάδιναν και στους άλλους, προσθέτοντας ότι πολύ σύντομα θα άλλαζαν τα πράγματα, θα ξαναγύριζαν στα σπίτια τους και όλα τούτα τα φρικτά μερόνυχτα θα ξεχνιόνταν σαν τα εφιαλτικά όνειρα.

Την αισιοδοξία τους όμως αυτή, λίγοι την συμμερίζονταν.

Οι πιο πολλοί, ήσαν άκεφοι και απαισιόδοξοι. Μερικοί μάλιστα, με τελείως χαμένο το ηθικό τους, αποτραβιόνταν στις γωνίες μοναχικοί, ή έβρισκαν τα ταίρια τους και σχημάτιζαν μικρές παρέες, όπου εκμυστηρεύονταν τους τρομερούς φόβους τους για το σκοτεινό μέλλον. Ανάμεσα τους, ο πρώην βουλευτής Τραπεζούντας Ματθαίος Κωφίδης ήταν ο πιο απογοητευμένος. Έβλεπε τα πάντα μαύρα και άραχνα, χωρίς καμία αχτίνα φωτός. Και τούτη την απελπισμένη διάθεση την μετέδινε σαν κολλητική αρρώστια σε όποιον τον πλησίαζε. Πολλοί, ακόμα και απαισιόδοξοι, απέφευγαν την παρέα του, για να μην βασανίζονται υπερβολικά με τα κακά προαισθήματα που τους υπέβαλλε.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Επισκόπου Ζήλων Ευθυμίου, ο οποίος φυλακισμένος και αυτός υποφέρει μαζί με τους συγκρατούμενούς του, την αφόρητη κατάσταση των τρομερών φυλακών. Κατά την ημέρα του Πάσχα, 18 Απριλίου του 1921, πηγαίνοντας προς τα αποχωρητήρια των φυλακών, περνώντας από τον διάδρομο, όπου βρίσκονταν και άλλα κελλιά με φυλακισμένους, είχε την ευτυχία να τους χαιρετήσει με το: Χριστός Ανέστη, και να τους ευχηθεί: καλή λευτεριά. Αυτό ήταν αρκετό να κάνει τους βαρβάρους δεσμοφύλακες να τον οδηγήσουν στα υπόγεια των φυλακών, όπου κρατούνται οι βαρυποινίτες, που ήσαν γεμάτοι βρωμιά, ψείρες και μικρόβια. Σε 3-4 μέρες μολύνθηκε από τα μικρόβια και προσβλήθηκε από εξανθηματικό τύφο.

Όταν τον μετέφεραν στον πάνω όροφο ήταν στα κακά του χάλια. Σε λίγες ημέρες (30 Μάιου 1921) μαζί με άλλους δύο συγκρατουμένους, τον Βασίλη Καλαϊτζή, και τον Ανδρέα Κολλάρο, πεθαίνει από την φοβερή αυτή αρρώστια. Μόλις και μετά βίας οι Τούρκοι επιτρέπουν στον φίλο και συναγωνιστή του, Πρωτοσύγκελο Πλάτωνα να τον συνοδέψει νεκρό ως την έξοδο της φυλακής και να του αποδώσει τον τελευταίον ασπασμόν[2].

Κάποιες άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι Τούρκοι επέτρεψαν στον Πλάτωνα να τον κηδεύσει και να τον συνοδεύσει μέχρι τον τάφο του[3].

Όταν επέστρεψε με λυγμούς ο Πρωτοσύγκελος στην φυλακή του, ελεεινολογούσε την μοίρα του Επισκόπου, αγνοώντας ο άτυχος ότι του επιφυλάσσονταν χειρότερα, δεδομένου ότι ο Επίσκοπος απέθανε, τουλάχιστον με φυσικό θάνατο, ο ίδιος όμως ήταν πεπρωμένο να μαρτυρήσει αργότερα με τον δι᾿ αγχόνης θάνατον. Εκεί όπου θα λήξει η περιπέτειά του και θα τελεσιουργηθεί η πνευματική του ολοκλήρωση.

Στην Αμάσεια καταρτίστηκε ένα έκτατο στρατοδικείο με σκοπό να δικάσει τους Έλληνες υποδίκους. Οι εργασίες του άρχισαν την παραμονή της Κυριακής του Θωμά με την υπόθεση του μουσικιοφιλολογικού συλλόγου Ορφεύς.

Οι πέντε ανώτεροι αξιωματικοί του στρατοδικείου κάλεσαν στην αίθουσα της αναμονής των φυλακών σε ανάκριση τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, στα οποία άνηκε και ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων με την κατηγορία ότι πίσω από τις μουσικοφιλολογικές εκδηλώσεις διατηρούσαν σχέσεις με το επαναστατικό κίνημα των ανταρτών.

Όλοι τους υπεστήριξαν, ότι ο σκοπός του συλλόγου ήταν καλλιτεχνικός, και φιλανθρωπικός, και ότι ήταν συνέχεια του παλαιού Συλλόγου, χωρίς να γνωρίζουν ότι έπρεπε να διαχωρίσουν τις ευθύνες τους. Ο ανακριτής Σουκρή μπέης στο τέλος τους έδειξε ενοχοποιητικά έγγραφα: προκηρύξεις, σχέσεις με μυστικά σωματεία, αποφάσεις για συγκέντρωση στρατιωτικής δύναμης από τους νέους και μια επιστολή από την Αθήνα προς τον παλιό σύλλογο που μιλούσε για αγορά όπλων.

Στο τέλος όλους τους καταδίκασαν σε θάνατο, άλλα λόγω του ότι δεν ήσαν άμεσοι αυτουργοί κακόβουλων ενεργειών του συλλόγου, αλλά βοηθητικά όργανα, μετρίασαν την ποινή τους σε κάθειρξη επτά ετών. Ο Χ. Σαμουηλίδης μας διασώζει έναν διάλογο του Πλάτωνος με τον ανακριτή στην δίκη εκείνη:

Έπειτα από δύο-τρεις μέρες, κάλεσαν όλους τους προκρίτους της Σαμψούντας και των άλλων πόλεων και τους απάγγειλαν την κοινή κατηγορία, ότι είναι συνεργάτες των ανταρτών, ότι αποβλέπουν στην απόσπαση από την επικράτεια της Τουρκίας ενός μεγάλου μέρους της και ότι επιδιώκουν την ανεξαρτησία και αυτονομία του Πόντου. Τον Πρωτοσύγκελο Πλάτωνα Αϊβαζίδη τον χαρακτήρισαν υπαρχηγό του κινήματος, με αρχηγό τον απόντα Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη.

Ακούγοντας την βαριά και αναπάντεχη κατηγορία οι υπόδικοι, έμειναν εμβρόντητοι! Μια σιωπή θανάτου απλώθηκε μονομιάς στην αίθουσα της ανάκρισης. Κρύος ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπα πολλών, που  ήξεραν καλά τι σήμαινε η φράση: απόσπαση μέρους εκ της επικρατείας.  Μόνο ο  Πρωτοσύγκελος κράτησε την ψυχραιμία του και είχε το κουράγιο να σηκωθεί και να πει με σταθερή φωνή:

- Αρνούμαι τις κατηγορίες που μας αποδίδετε. Τις αποκρούω όλες ως αβάσιμες. Υποστηρίζω αντιθέτως, ότι όλοι οι υπόδικοι που έχετε αυτή την στιγμή μπροστά σας, είναι οι πιο φιλήσυχοι, νομοταγείς και νοικοκύρηδες άνθρωποι ολόκληρου του Πόντου. Είναι αμέτοχοι σε κάθε κίνημα ανατρεπτικό...

- Είσαι βέβαιος για αυτά που λες: τον διέκοψε ο ανακριτής.

- Τόσο πολύ, ώστε ζητώ να δοθεί τέρμα στην κράτησή μας, που παρατείνεται τόσον καιρό παράνομα.

- Αυτό θα το δούμε, είπε οργισμένος ο Σουκρή μπέης. Τώρα πηγαίνετε στον θάλαμό σας.

Οι υπόδικοι γύρισαν στον θάλαμο χλωμοί, και τσακισμένοι από την απρόσμενη εξέλιξη που έπαιρνε η υπόθεσή τους. Οι πρώτοι φόβοι για την ίδια την ζωή τους άρχισαν κιόλας να θρονιάζονται στα κατάβαθα της ψυχής τους.

Ο ίδιος ο Γερμανός Καραβαγγέλης στα απομνημονεύματά του σημειώνει: Ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀναπόφευκτη ἥττα μας μπροστὰ στὰ στενὰ τῆς Ἄγκυρας οἱ Τοῦρκοι ἀποθρασύνθηκαν καὶ ξέσπασαν τὴν μανία τους στὸν ἀνυπεράσπιστο πληθυσμὸ τοῦ Πόντου. Ὀκτὼ ὁλόκληρους μῆνες βρισκόντουσαν στὶς φυλακὲς τῆς Ἀμασείας ὁ βοηθός μου ἐπίσκοπος Εὐθύμιος, ὁ ἡρωϊκὸς καὶ ἀφοσιωμένος ἀπὸ τὸν Μακεδονικὸ ἀκόμα Ἀγώνα πρωτοσύγκελλός μου Πλάτων καὶ ἑκατοντάδες ἄλλοι ἐξέχοντες ὁμογενεῖς ἀπὸ τὴν Ἀμισό, τὴν Πάφρα, τὸ Ἁλάτζαμ, Μερζεφοῦντα, Βεζὺρ Κιοπροῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ τὶς ἑπαρχίες Τραπεζοῦντος, Κερασοῦντος καὶ Νεοκαισαρείας, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸ ἄνθος τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, ἐπιστήμονες, μεγαλέμποροι, τραπεζίτες καὶ ὅ,τι ἄλλο ἐκλεκτὸ εἶχε νὰ ἐπιδείξει ὁ Πόντος. Καὶ σάπιζαν ἀδίκαστοι μέσα στὰ μπουντρούμια, γιατὶ οἱ Τοῦρκοι φοβόντουσαν νὰ τοὺς σκοτώσουν πρὶν ἀπὸ τὴν τελικὴ ἔκβαση τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Μόλις ὅμως μαθεύτηκε ἡ ἥττα καὶ ἡ ὀπισθοσχώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, στέλνεται ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα στὴν Ἀμάσεια ὁ Ἀμισηνὸς κακοῦργος δικηγόρος Ἐμὶν βέης, ἄλλοτε Νεότουρκος καὶ τώρα φανατικὸς ὀπαδὸς τοῦ Κεμάλ. Καὶ μέσα σὲ μία νύχτα, μὲ συνοπτικὴ διαδικασία, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψει καμιὰ ἀπολογία, τοὺς καταδικάζει ὅλους σὲ θάνατο. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτοὺςὅλους τοὺς μητροπολίτες τοῦ Πόντου, καὶ πρῶτα-πρῶτα ἐμένα. Ἔτσι τὴν ἴδια νύχτα ἀπαγχονίζεται ὁ γηραιὸς πρωτοσύγκελλος Πλάτων μὲ ἑβδομήντα προύχοντες. Καὶ τὶς ἑπόμενες νύχτες εἶχαν τὴν ἴδια τύχη πολλὲς ἑκατοντάδες ἐπιφανεῖς ὁμογενεῖς. Σώθηκε μόνον ὁ ἐπίσκοπος Εὐθύμιος, γιατὶ εἶχε προφθάσει νὰ πεθάνει λίγες μέρες πρὶν στὴν φυλακή, ἀπὸ ἐξανθηματικὸ τύφο. Σώθηκα καὶ ἐγώ, γιατὶ βρισκόμουν συμπτωματικά, σὰν συνοδικός, στὸ Φανάρι. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἄλλοι μητροπολίτες ποὺ εἶχαν ἐκτοπισθεῖ πρὶν ἀπὸ καιρὸ στὴν Κωνσταντινούπολη[5].

ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Οκτώ ολόκληροι μήνες πέρασαν μέσα στις άθλιες εκείνες φυλακές, και για την κακή τύχη των πατριωτών, καταργείται το στρατοδικείο της Αμισού, του οποίου στρατοδίκης Πρόεδρος ήταν ο μετριοπαθής Ταχτσή Μπέης.

Με την επικράτηση του Κεμάλ Ατατούρκ, στήνεται νέο δικαστήριο, το λεγόμενο Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας, που μόνο κατά το όνομα ήταν δικαστήριο, που θα έπρεπε να απονέμει δικαιοσύνη. Πρόεδρός του διορίζεται ο Αμισού Εμὶν Μπέης.

Το Δικαστήριο εδρεύει στο κτίριο της Γαλλικής Σχολής της Αμασείας.

Ὁ Ἐμίν Μπέης, αφού ήλθε στην Αμάσεια στις 20 Αυγούστου του 1921, καταδικάζει σχεδόν αναπολόγητους στον δι᾿ αγχόνης θάνατον τους καθηγητές και μαθητές του Αμερικανικού Κολλεγίου και άλλους 52 χωρικούς, με την κατηγορία ότι ήσαν μέλη της επαναστατικής οργανώσεως για την ανακήρυξη της Ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου.

Για τον ίδιο λόγο, στις 4 Σεπτεμβρίου, καλεί 95 φυλακισμένους Αμισηνοὺς και Παμφραίους, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων.

Ανάμεσα σε δύο στοίχους από οπλισμένους Τούρκους στρατιώτες, οδηγούνται στην Γαλλική Σχολή, όπου είναι το Δικαστήριο. Στην έδρα ο Εμίν, με δύο άλλους δικαστές, και έναν γραμματέα.

Το ακροατήριο αποτελείται κυρίως από Τούρκους, που ήλθαν να απολαύσουν τον θρίαμβο για την βέβαιη καταδίκη των υποδίκων.

Για τον τύπο ο Εμὶν ρωτάει τους κατηγορουμένους για την ιδιότητα του καθενός, και σε κάθε απάντηση έχει έτοιμη και μια κεραυνοβόλα απειλή. Απαιτεί να ομολογήσουν πως είναι οι διοργανωτές του μυστικού κινήματος του Πόντου και ότι σχετίζονται με τους αντάρτες που είναι στα βουνά, και ότι παίρνουν οδηγίες από την ελληνική κυβέρνηση μέσω του Πατριαρχείου.

Επειδή δεν ικανοποιείται από τις απαντήσεις των υποδίκων, εξοργίζεται και αναβάλλει την συνέχεια της δίκης για την άλλη μέρα. Αλλά αυτή η αναβολή είναι βέβαιο πως είναι προανάκρουσμα της καταδίκης τους, άσχετα αν αυτοί γυρίζοντας στις φυλακές χαίρονται, γιατί... θα ζήσουν ακόμα μια μέρα!

Την άλλη μέρα είναι Κυριακή. Στις φυλακές τελείται η Θεία Λειτουργία, στην οποία πρωτοστατεί ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων, ο οποίος μετά την ανάγνωση της περικοπής του Ευαγγελίου, απευθύνει βαρυσήμαντη προσφώνηση και με λόγια γεμάτα πίστη και θάρρος εμψυχώνει όλους τους παρισταμένους και προσπαθεί να θωρακίσει με την βαθειά του πίστη τις ψυχές του κατατρεγμένου ποιμνίου του. Και όταν έρχεται η κατάλληλη ώρα, όλοι είναι πρόθυμοι να κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων, νιώθοντας πραγματική ανακούφιση και ενίσχυση.

Πρώτος κοινωνεί για τελευταία φορά, του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου που υπήρξε σε όλο του τον βίο ο άρτος της ζωής του και τώρα το φάρμακο της αθανασίας του ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων, ο οποίος στρεφόμενος προς τους υπολοίπους προτείνει:

Συγχωρήσατε με και ο Θεός συγχωρήσῃ ὑμᾶς.[6]

Τη λεπτομερή περιγραφή για αυτή την τελευταία λειτουργία μας δίδει με λογοτεχνική γλώσσα ο Χρ. Σαμουηλίδης:

Την άλλη μέρα, 18 Σεπτεμβρίου, από τα χαράματα κιόλας, οι θάλαμοι βρίσκονταν σε ζωηρή κίνηση. Ο Ραπτάρχης που κοιμόταν ακόμα, ξύπνησε από ένα ελαφρό σπρώξιμο που του έκανε ο Πάντζος.

-Τι τρέχει; ρώτησε ξαφνιασμένος και βαρύθυμος ο νέος.

-Σήκω παιδί μου. Είναι Κυριακή.

-Και σαν είναι; Μήπως είμαστε λεύτεροι για να πάμε στην εκκλησία;

-Σήκω! Ειδοποίησαν οι δικοί μας ότι θα γίνει λειτουργία.

-Λειτουργία; Και που θα την κάνουν;

-Θα δούμε. Ετοιμάσου να πάμε. Από τα άλλα κελλιά ξεκίνησαν κιόλας.

Ο Ραπτάρχης ντύθηκε στα πεταχτά, και ακολούθησε τον πατέρα του Στάθιου. Πέρασαν μαζί τον διάδρομο και προχωρώντας προς το βάθος, είδαν μπροστά, στον ακρινό θάλαμο της φυλακής, πολλούς συμπατριώτες τους που συνωστίζονταν για να βρουν μια άνετη θέση. Σε λίγο άρχισε η πρόχειρη λειτουργία. Ακούστηκε πρώτα η επίσημη φωνή του παπα-Γιώργη και κατόπιν αντήχησαν οι καμπανιστές ψαλμωδίες του διάκου Βασιλείου Φελέκη.

Απόλυτη σιγή επικράτησε στον κατάμεστο θάλαμο. Οι κρατούμενοι παρακολουθούσαν με κατάνυξη την λειτουργία. Οι πιο πολλοί, κινούσαν συγκινημένοι τα χείλη τους και παρακαλούσαν βουβά τον Θεό να τους δώσει κουράγιο για να αντέξουν στο μαρτύριο και στην αγωνία της δίκης. Ικέτευαν τον Χριστό, να μαλακώσει τις καρδιές των αγριεμένων Οθωμανών και να σώσει τους πιστούς του από την εγκληματική μανία των φανατικών δικαστών και ιδιαίτερα του Εμίν.

Καθώς συνεχιζόταν κανονικά η λειτουργία, η συγκίνηση φούντωνε τις ψυχές, σαν να επρόκειτο να είναι η τελευταία της ζωής τους. Οι ψάλτες έβαζαν όλες τις δυνάμεις και όλη την τέχνη τους για να συντελέσουν σε μια λαμπρή ιερή ακολουθία, που θα έδινε κουράγιο και λύτρωση στους ομόδοξους συντρόφους τους. Οι φωνές τους αντιδονούσαν στο ταβάνι και στους τέσσερις γυμνούς τοίχους του θαλάμου. Μια πανηγυρική, και μεγαλοπρεπή ατμόσφαιρα δημιουργήθηκε. Οι πιστοί, ρουφούσαν όλες τις λέξεις και τους μελωδικούς φθόγγους, που ανάμεσά τους κρυβόταν η ποίηση της θρησκείας τους και στοχάζονταν πάνω στο λυτρωτικό νόημα των φράσεων.

Μερικοί, που βρίσκαν λίγο άδειο χώρο μπροστά τους, έπεφταν σε γονυκλισίες, και ολόσωμους κλονισμούς. Λυγμοί, και αναστεναγμοί, μουρμουρητά, και ευχές, γέμιζαν τα μακρά διάκενα της λειτουργίας. Οι Τούρκοι φύλακες που στέκονταν παράμερα, άκουγαν με φανερή ευχαρίστηση τους καλλίφωνους ψάλτες και δεν έκρυβαν τον θαυμασμό τους για την επισημότητα και την λαμπρότητα της τελετής.

Την ώρα της ανάγνωσης του Ευαγγελίου, ο Πρωτοσύγκελος Πλάτων Αϊβαζίδης διάβασε με θερμή και σταθερή φωνή, την περικοπή, προσπαθώντας να θωρακίσει με την βαθειά πίστη του τις ψυχές του κατατρεγμένου ποιμνίου του. Τέλος ήρθε η ώρα του κηρύγματος. Ο Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Φελέκης άρχισε να μιλάει με πίστη και πάθος. Η καμπανιστή φωνή του συνεπήρε αμέσως το εκκλησίασμα, γιατί ο ρήτορας ένιωθε μια δυνατά έξαρση μέσα του. Την έξαρση του μάρτυρα που είναι έτοιμος να πεθάνει για την πίστη του. Με κάθε τρόπο, με φραστικά σχήματα, με την ένταση στον τόνο της φωνής και την θερμή συγκίνηση, πάσχιζε να μεταδώσει και στους αδελφούς του την ιερή φλόγα που έκαιγε μέσα του. Στο τέρμα του κηρύγματός του δεν κρατήθηκε και χρησιμοποιώντας μορφή απαγγελίας είπε:

- Κάποτε, κάποια γίδα παλαβή, μπήκε σε ένα αμπέλι και χύθηκε με λύσσα να το καταστρέψει! Μα τότε ανασηκώθηκε το κλήμα και της είπε: Γίδα τρελλή! Όσο και αν τρως αλύπητα τα πράσινα βλαστάρια και τα φύλλα, μάθε πως δεν θα τελειώσουμε ποτέ! Γιατί καινούργια θα βλαστήσουνε κλαδιά σταφυλοβόλα, και ο κόκκινος ζωμός των σταφυλιών, σπονδή θα γίνει για τον θάνατό μου!...

Οι Ρωμιοί ξαφνιάστηκαν, νιώθοντας τέλεια το αλληγορικό νόημα του λόγου! Οι καρδιές τους χτύπησαν γρήγορα και ζωηρά! Ένας δυνατός ενθουσιασμός τους συνεπήρε και η πίστη τους για την νίκη του Καλού πάνω στον Κακό, τονώθηκε. Επιπλέον, ένιωθαν να τους διαποτίζει την ψυχή, και μια ιδέα δικαίωσης. Από το χάος του φόβου για το άτομό τους, έβλεπαν να δημιουργείται μέσα τους κάποιος σκοπός, κάποιο βαθύ νόημα στην δοκιμασία τους. Η πρόχειρη και αστόλιστη τούτη μυσταγωγία, στάλαξε στις καρδιές τους δύναμη και αποφασιστικότητα. Και όταν στο τέλος της Λειτουργίας ο παπα Γιώργης πρόφερε χαμηλόφωνα: Τοῦ Δείπνου Σου τοῦ μυστικοῦ, σήμερον Υἱὲ Θεοῦ..., οι κρατούμενοι παρατάχθηκαν πίσω από τον Πρωτοσύγκελο, που προχωρούσε προς τον ιερέα για να μεταλάβει.

Μια μεγάλη ουρά σχηματίστηκε. Οι φυλακισμένοι ακολούθησαν με την σειρά το ποιμενάρχη τους, χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, για να κοινωνήσουν. Όσοι τελείωναν, γυρνούσαν με τάξη στα κελλιά τους.

Την ίδια μέρα, αν και ήταν Κυριακή για τους Χριστιανούς, συνεχίζεται η δίκη, η οποία όμως και πάλι αναβάλλεται. Οι υπόδικοι κερδίσανε και άλλη μια μέρα ζωής.

Όμως, την τρίτη μέρα της δίκης, στις 6 Σεπτεμβρίου του 1921, ο φανατικός 40χρονος πρόεδρος του δικαστηρίου Εμίν, επιτίθεται με άγριες φωνές εναντίον των κατηγορουμένων. Τους αποκαλεί εκμεταλλευτές των απλοϊκών Τούρκων και αχάριστους προδότες της πατρίδος.

Οι κατηγορούμενοι την προηγούμενη μέρα είχαν συντάξει μια έγγραφη απολογία την οποία παρέδωσαν στον Εμίν. Αυτός την δίνει στον γραμματέα να την διαβάσει.

Στην απολογία αυτή απορρίπτονται περιληπτικά οι παραπάνω κατηγορίες:

1. Απορρίπτεται η κατηγορία περί ενοχής και διοργανώσεως κινήματος για την ανεξαρτησία του Πόντου.

2. Γίνεται απολογισμός των ποσών που διαχειρίστηκε η Επιτροπή Προσφύγων χάριν φιλανθρωπικών σκοπών.

3. Αποδεικνύεται η αθωότητα των παρόντων υποδίκων, οι οποίοι αρπαχτήκαν από τα σπίτια τους, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία, χωρίς να βρεθεί τίποτε το ενοχοποιητικό κατά την λεπτομερή έρευνα των σπιτιών τους.

4. Αποκρούεται η κατηγορία ότι οι παρόντες υπόδικοι είχαν σχέση με τους αντάρτες, δεδομένου ότι οι αντάρτες ήσαν φυγόστρατοι και ανυπότακτοι, οι οποίοι κατέφυγα στα βουνά για λόγους ασφαλείας, χωρίς άλλο σκοπό.

5. Ανασκευάζεται η κατηγορία εναντίον του αργούντος Συλλόγου της Αμισού Ορφεύς, και εναντίον της Εμπορικής Λέσχης, της οποίας οι περισσότεροι θαμώνες ήσαν Τούρκοι.

Και τέλος εξηγείται η στάση του Μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη και οι σχέσεις Κοινότητος και Μητροπόλεως.

Μετά την ανάγνωση της απολογίας αυτής, διαβάζονται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, σαν απάντηση σε αυτήν, τα δήθεν ενοχοποιητικά έγγραφα:

1. Μια προκήρυξη, χωρίς χρονολογία και υπογραφή, που απευθύνεται στους Αμισηνούς, και τους προτρέπει να εργάζονται εθνικώς.

2. Δύο επιστολές με υπογραφή: Λεωνίδας Παρασκευάς, και με σφραγίδες: Ιερός Μικρασιατικός Σύνδεσμος, με σταυρό στη μέση και χρονολογία 1918.

3. Μια επιστολή του Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρυσάνθου και μετά του Γ. Τσόντου, χρονολογίας 1908, 13 χρόνια νωρίτερα, προς τον Μητροπολίτη Αμασείας. Εκ μνήμης ο συγκρατούμενος καθηγητής θεολογίας Παντελής Βαλιούλης, διέσωσε τμήμα της:

ἐλάβομεν τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Συλλόγου Ὀρφεύς, καὶ ὅτι τὰ ζητούμενα ὅπλα θέλουσι σταλῆ μέσον ἐμπίστου πλοιάρχου, ἐντὸς βαρελίων συσκευασμένα...

Στην συνέχεια αναφέρει κάτι σχετικά με την κατάσταση στην Μακεδονία και για ενέργειες των εκεί Κρούμων...

Ποιος, όσο αφελής και αν είναι, θα μπορούσε να πιστέψει ποτέ, ότι ήταν δυνατό να γραφτεί μια τέτοια επιστολή από έναν έμπειρο Μακεδονομάχο όπως ήταν ο Γεώργιος Τσόντος, και πολύ περισσότερο να κρατηθεί αφύλακτη μέσα στα αρχεία ή σε κάποιο συρτάρι της Μητροπόλεως;

4. Ένας κανονισμός, γραμμένος με μολύβι, χωρίς χρονολογία και υπογραφή, αποτελούμενος από 14 άρθρα.

5. Μερικά γράμματα κάποιου αντάρτη προς τον Μητροπολίτη Αμασείας.

6. Ένας χάρτης της Ποντιακής Δημοκρατίας, τον οποίον έριξε κρυφά στα έγγραφα της Μητροπόλεως ο Διευθυντής της Αστυνομίας Αμισού Σαμή, και μερικά άλλα, που κατά πάσα πιθανότητα ήσαν πλαστά και εμβόλιμα.

Στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε και κάποιο δυσάρεστο περιστατικό. Ένας άπατρις εφιάλτης, Έλληνας καταδότης, ο Φεκέρης από την Φάτσα, γνωστός και με το παρώνυμο Φάτσαρης, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατήγγειλε ότι οι φυλακισμένοι επιχειρούσαν να δωροδοκήσουν τους δικαστές, για να επιτύχουν την απαλλαγή από την θανατική ποινή.

Ο Εθνομάρτυς Πλάτων στην απολογία του λέει:

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Δικαστές. Σύμφωνα με το ιερό μας Ευαγγέλιο, κάθε εξουσία πηγάζει από τον Θεό. Επομένως και εσείς οι δικαστές, έχετε την εξουσία από τον Θεό και το δικαίωμα να κρίνετε, όχι κληρονομικά από τον πατέρα σας ή την μητέρα σας, και για αυτό θα δικάσετε με δικαιοσύνη. Είμαι ηλικίας 70 περίπου ετών και ύστερα από λίγο θα πεθάνω. Ομολογώ στην ιερωσύνη μου και στην συνείδηση μου και στο όνομα του Θεού, ότι από τους παρόντες κανείς δεν γνωρίζει τίποτα για το Ποντιακό Κίνημα και ούτε καν διανοήθηκε να μετάσχει σε κάτι τέτοιο, αφού είναι ανύπαρκτο. Αν όμως η δικαιοσύνη σας πρόκειται να καταδικάσει κάποιους από μας, σας παρακαλώ πρώτος να είμαι εγώ[7].

Ειρωνικά γέλια κάλυψαν τα τελευταία λόγια του Εθνομάρτυρα, τόσο από τον Εμὶν και τους δικαστές, όσο και από το ακροατήριο, που ήσαν στην πλειονότητά τους Τούρκοι.

-Πολύ καλά, θα σου κάνουμε το χατίρι· απάντησε με αρκετή δόση ειρωνείας ο πρόεδρος Εμίν.

Στις 20 Σεπτεμβρίου, απαγγέλθηκε η τελεσίδικη απόφαση:

Επειδή αποδείχθηκε ότι οι παρόντες και μερικοί απόντες, σκόπευαν και ενεργούσαν να ιδρύσουν Δημοκρατία του Πόντου, αποσπώντας μεγάλο τμήμα του Οθωμανικού Κράτους από την Τραπεζούντα μέχρι την Ζογκουάκ, και μέχρι την Σεβάστεια, καταδικάζονται ονομαστικά 69 παρόντες εις τον δι᾿ αγχόνης θάνατον, 15 ερήμην, των οποίων οι περιουσίες θα δημευθούν. Επτά καταδικάζονται σε 15ετῆ κάθειρξη στις φυλακές του Ερζικιάν. Δεκατρείς καταδικάζονται να μείνουν μέχρι το τέλος του πολέμου στις φυλακές της Σεβαστείας.

Ανάμεσα στους 15 ερήμην καταδικασθέντες, ήσαν και οι Μητροπολίτες Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης, ο Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο Νεοκαισαρείας Πολύκαρπος, ο Χαλδίας και Κερασούντος Λαυρέντιος και ο Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος, που είχε πεθάνει στο μεταξύ.

Την ώρα του αποχωρισμού των μελλοθανάτων από τους υπόλοιπους καταδικασθέντες σε φυλάκιση, ο Πρωτοσύγκελος αποχαιρέτησε τους άλλους και κάλεσε τον καθηγητή της Θεολογίας Παντελή Βαλιούλη και τον Κώστα Σερέψα, τους παρέδωσε το ρολόι του και τα λίγα χρήματά του και τους επιτίμησε επειδή κλαίγανε με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου όταν οι μαθητές του κλαίγοντας τον παρακαλούσαν να φύγει από την Καισάρεια και να πάει στα Ιεροσόλυμα μήπως τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι:

-Τί ποιείτε κλαίοντες και συνθρύπτοντές μου την καρδίαν; Αποθνήσκομεν δολοφονούμενοι χάριν της πίστεως και του Έθνους κατά τον χριστιανικόν τούτον διωγμόν του εικοστού αιώνος.

Παίρνοντας δε παράμερα τον καθηγητή Παντελή Βαλιούλη, του λέει:

-Διαλαλήσατε παντού αγαπητέ Παντελή, τον άδικο χαμό μας. Εκφράσατε την λύπη μας εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, διότι επί επτά ολοκλήρους μήνας αναμένομεν ματαίως να φροντίσῃ διά την διάσωσίν μας.

Του φίλησαν το χέρι και φύγανε για τις φυλακές.

Γράφει ο Σαμουηλίδης:

Μέσα σε λίγη ώρα, όλη η Αμάσεια έμαθε από στόμα σε στόμα, την ομαδική καταδίκη των διαλεχτών Ποντίων. Οι Ῥωμιοί της Πόλης, άντρες γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν στους δρόμους από όπου θα περνούσαν οι κρατούμενοι για να τους δουν. Περίμεναν ανυπόμονα και με συντριμμένη την ψυχή, να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια την τρομερή είδηση. Όταν κάποτε φάνηκε η συνοδεία των 95 να προχωρεί σιωπηλή, από μπροστά τους, συγκλονίστηκαν. Κάρφωσαν με δέος τα μάτια τους πάνω στους συμπατριώτες τους που βάδιζαν στον Γολγοθά τους άλλοι περήφανοι και ήρεμοι και άλλοι χλωμοί, και σκεφτικοί.

Οι Αμασιώτες δάκρυσαν, ενώ οι γυναίκες τους άρχισαν να κλαίνε και να μοιρολογούν γοερά τους ζωντανούς νεκρούς, που διάβαιναν με αργό και σταθερό βήμα μπροστά από τα πλημμυρισμένα με δάκρυα μάτια τους. Ακλουθώντας κατόπιν την θλιβερή πομπή, ἔφθασαν μαζί ως τις φυλακές. Εκεί ο ομαδικός τους θρήνος κορυφώθηκε. Τα δυνατά κλάματα, τα μοιρολόγια και οι οιμωγές αντιχτυπιόνταν στα τείχη του μεσαιωνικού φρουρίου και δονούσαν την ατμόσφαιρα!...

Μπροστά στην πύλη, άρχισε να γίνεται ο χωρισμός των μελλοθανάτων από εκείνους την γλύτωσαν την ζωή τους. Ο διευθυντής των φυλακών διάβασε πρώτα τον κατάλογο των καταδικασμένων σε θάνατο. Όσοι άκουγαν τα ονόματά τους, έβγαιναν στην άκρη.

-Μην κλαίτε αδέλφια! Έχετε γειά! Φώναζαν μερικοί. Πεθαίνουμε για την πίστη μας! Χανόμαστε για το έθνο! Για την Ρωμιοσύνη!...

-Ζήτω το έθνος! Ζήτω η Ελλάδα! Χαίρετε για πάντα αδέλφια, φώναζαν άλλοι. Καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο!

Και οι μεν 69 δέσμιοι, απήγοντο εις τας κεντρικάς φυλακάς, να θανατωθώσι την επαύριον, βλέποντες καθ οδόν τα δι᾿ αυτούς εστημένα ικριώματα, ημείς δε εθρηνούμεν δι᾿ όλης της νυκτός εκείνης. Είναι αξιοθαύμαστος η ανδροπρεπής στάσις απάντων ανεξαιρέτως των ιατρών και των εμπόρων και εύχομαι να ευρεθή φαντασία πτερωτή, και κάλαμος εμπνευσμένος και μούσα λυρική, να ψάλη των αοιδίμων εσαεί και να εξυμνήσῃ θάρρος αξιόλογον, χριστιανικάς πεποιθήσεις ακράδαντους, περιφρόνησιν του θανάτου θαυμαστήν, αισθήματα υπέροχα ψυχικού κάλλους εκλεκτού.

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΣ

Ήταν η τελευταία τους νύχτα στην φυλακή, μια νύχτα που δεν κοιμήθηκε κανείς, μια νύχτα που μεταβλήθηκε σε εθνικό πανηγύρι. Άλλοι έψαλλαν και προσευχόταν, άλλοι τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια και ζητωκραύγαζαν. Πριν να χαράξει, ο Πρωτοσύγκελος τους καλεί να ψάλλουν την νεκρώσιμη ακολουθία τους[8]. Στο τέλος, παρ᾿ όλη την καταπόνηση της νυχτός, τους εμψυχώνει με θερμά πατριωτικά λόγια και τους ασπάζεται για τελευταία φορά. Μάλιστα, γράμματα που εγράφησαν από τους συγκρατουμένους του μέσα στην φυλακή, και εστάλησαν στους συγγενείς τους, αποδεικνύουν την πίστη, το θάρρος, την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα που τους μετέδωσε.

Η αυγή, βρήκε το άνθος της αριστοκρατίας, της μορφώσεως και του πλούτου, αλυσοδεμένους στους δρόμους και παρατεταγμένους σε δύο σειρές. Πρώτος απ᾿ όλους ο Πλάτων, ένα πρόσωπο φορτωμένο με όλη την εκκλησιαστική ιστορία της Ανατολής, με όλη την ελληνορθόδοξη παράδοση, ένας πτωχός υπηρέτης του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Σύρθηκε στους δρόμους της πόλεως της Αμασείας δεμένος στην ουρά ενός αλόγου, ενώ οι τσέτες ουρλιάζοντας από χαρά, χτυπούσαν τα πρωτόγονα τουρμπελέκια τους με φανατικό υστερισμό[9]. Ανέβηκε τον δρόμο του δικού του Γολγοθά και μαρτυρίου, κουβαλώντας στις πλάτες του, τον βαρύ σταυρό της δοκιμασίας. Ένα δρόμο, που τον οδήγησε από την ζωή της διακονίας, στην αιωνιότητα του ουρανού· από την ανθρώπινη ιδιότητα, στην ιδιότητα του πνευματικού και εθνικού συμβόλου. Δεν τον συνόδεψε η δόξα των ανθρώπων, γιατί την θεώρησε απατηλότερη των ονείρων. Το μόνο που αναζήτησε εκείνες τις ώρες ήταν η θεϊκή παντοδυναμία να αγκαλιάσει την ανθρώπινη αδυναμία του και έναν τόπο χλοερό, και αναψύξεως για να κατασκηνώσει το πνεύμα του.

Οδηγήθηκαν και οι 69 μελλοθάνατοι στην πλατεία του Ωρολογίου της πόλεως, όπου εκεί είχαν μαζευθεί πολλοί συγγενείς τους, που θρηνούσαν αδιάκοπα για την φρικτή εκτέλεση τους. Στο στήθος του Πρωτοσύγκελου, είχαν κρεμάσει ένα χαρτί, με την κατηγορία της καταδίκης όλων. Σύντομα, ο ένας μετά τον άλλον, θύματα όλοι του μίσους των ισλαμιστών και της αδιαφορίας των συμμάχων μας, αλλά κυρίως του καταραμένου διχασμού των Ελλήνων, ζητωκραυγάζοντας υπέρ της πατρίδος, παρατάσσονται κάτω από τις αγχόνες και απέρχονται στην χώρα της μακαριότητος, ελπίζοντας ότι οι αγχόνες τους θα ήσαν οι πρώτες και οι τελευταίες. Μετά μια ώρα δε, αφού τους απογύμνωσαν τους μετέφεραν έξω από την πόλη και τους έθαψαν όλους μαζί, σε ένα λάκκο, χωρίς λιβάνι και κερί, χωρίς παπά, και ψάλτη.

Ήρεμος και ταπεινός λοιπόν και ο Πλάτων, γεμάτος από την γλυκύτητα και την ειρήνη του Θεού, μέσα του αληθινά εξαϋλωμένος και συνεχώς προσευχόμενος, προετοιμασμένος, σαν τις μη μωρές παρθένες που υποδέχθηκαν τον Νυμφίο Χριστό, παρέδωσε την ψυχή του στον αγωνοθέτη Θεό.

Έτσι την 21η Σεπτεμβρίου 1921 περνούσε από την ιστορία στον θρύλο, τυλιγμένος την τιμιώτερη βασιλική πορφύρα, την πορφύρα του αίματός του, ακλουθώντας το παράδειγμα του Γρηγορίου του Ε’ και γενόμενος πρόδρομος του μαρτυρίου του Σμύρνης Χρυσοστόμου μετά από μερικούς μήνες.

 

 

Παραπομπές

[1]  Σαμουηλίδη Χρήστου: Μαύρη Θάλασσα-Χρονικά από την τραγωδία του Πόντου. Β΄ Έκδοση, Αθήναι 1970, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία Α. Ε.

[2]  Ψαθά Δημήτρη: Γη του Πόντου, Εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά, Αθήνα, χ.χ. &
Βαλιούλη Παντελή: Σελίδες εκ της συμφοράς του Πόντου 1921-1924, Αθήναι, 1957

[3]  Ανδρεάδη Γεωργίου: Από τον μύθο στην έξοδο. Ο ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας. Έκδ. αφων Κυριακίδη Α. Ε. Θεσσαλονίκη, 1994

[4]  Καψή Π. Γιάννη: 1922, Η Μαύρη Βίβλος, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνη, Αθήνα 1992.

[5]  Μπέλου-Θρεψιάδη Αντιγόνης: Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά του Γ. Καραβαγγέλη, εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα, 1984

[6]  Ζουζούλα Στυλιανοῦ: Ο Ελληνισμός του Πόντου, Αθήνα, 1982.

[7]  Ζουζούλα Στυλιανού: Ὁ Ελληνισμός του Πόντου (60 χρόνια από την καταστροφή), Αθήνα 1982, σελ. 42· &
Κυνηγοπούλου Νικολάου: Η Πάφρα του Πόντου-η χώρα των γενναίων, Θεσσαλονίκη 1991, σ.σ. 188-191.

[8]  Βοβολίνη Κωνσταντίνου: Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), εκδ. Παν. Κλεισιούνης, Αθήναι 1952, σ.σ. 247-252.

[9]  Ιωαννίδη Γιάννη: Μικρή Εγκυκλοπαίδεια Εθνομαρτύρων Κληρικών, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι, 1991, σ.σ. 16-17.

ΠΗΓΗ: Ο Άγιος Έθνο-Ιερομάρτυς Πλάτων

του Πλάτωνος Κικρή

Εκδόσεις Επτάλοφος