Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΚΕΛΛΑΣ

Εγεννήθη στη Βολισσό της Β. Χίου. Η μητέρα της ήταν πιστή χριστιανή, γι’ αυτό δίδαξε και στη κόρη της την αγάπη προς το Χριστό και τη μελέτη του Ευαγγελίου Του. Όμως, πολύ σύντομα, έμεινε ορφανή από μητέρα και αυτό τη λύπησε βαθύτατα. Μόνο μέσα στις ζωηφόρες σελίδες των Γραφών έβρισκε παρηγοριά και ρίζωνε η ελπίδα της στο μοναδικό Πατέρα και Προστάτη, το Θεό.

Ὁ πατέρας της, χριστιανός κατά το Συναξάρι και ειδωλολάτρης κατά την παράδοση, εξασκούσε το επάγγελμα του γεωργού ή του κουρσάρου. Η Αγία μεγάλωνε στην ηλικία, πλήθαινε στην αρετή και τη φρόνηση και στέριωνε στην πίστη. Με περισσότερη δύναμη και με απαράμιλλη καλωσύνη σκορπίζει γύρω της τη χαρά, βοηθώντας όλους όσοι είχαν ανάγκη, με λόγια γλυκά, με αγαθοεργίες άφθονες, και με προσευχές και νηστείες κατακτούσε όλο και περισσότερο την τελείωση.  

Όμως ο σατανάς, που δεν ανεχόταν  να βλέπει μια κοπέλλα 18 μόλις χρόνων, τόσο ωραία και αγνή, να προχωρεί στην αρετή με τέτοια φλόγα και σταθερότητα, προσπαθεί να την πολεμήσει. Βάζει, λοιπόν, μέσα στα στήθη του πατέρα της, πού φαυλόβιος και ασεβής, όπως ήταν, έγινε όργανο του, έρωτα σατανικό σαρκικό, για την ίδια την κόρη του. Καινούργιες θλίψεις και δοκιμασίες για την αγνή κόρη. Ανήκουστο αυτό. Να είναι κόρη και γυναίκα του πατέρα της. Και τότε η Αγία παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι, θέλοντας να διατηρήσει το ηθικό και πνευματικό κάλλος της. Τρέχει έπάνω στα βουνά,  για να βρει απόκρυφο μέρος. Από τη μεγάλη και κουραστική πορεία οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν. Ο πατέρας της μανιασμένος την κυνηγάει και η Αγία κουρασμένη αναγκάζεται να κρυφθεί μέσα σε πελώρια βάτο, στο μέρος ακριβώς που σήμερα είναι κτισμένος ο περικαλλής της ναός. Έτσι, ο πατέρας την χάνει από τα μυσαρά μάτια του. Αλλά ένας βοσκός, χωρίς φόβο Θεού, που είδε τον τόπο που κρύφτηκε η Αγία, όταν ερωτήθηκε από τον πατέρα της, φανέρωσε, δείχνοντας με το χέρι του,  χωρίς να μιλήσει, το μέρος που κρυβόταν. Μα η Θεία Δικαιοσύνη τιμωρώντας την προδοτική αυτή πράξη τον έκαμε να τρέμει και να πεθάνει έπειτα από λίγο χρόνο με φοβερή κατάρα στο ποίμνιο και στους απογόνους του. Φθάνοντας στη βάτο ο πατέρας της και, επειδή δεν μπορούσε να την πιάσει, έβαλε φωτιά και την ανάγκασε να βγει από το άλλο μέρος. Ματωμένη, άρχισε να τρέχει προς την παραλία με όλη τη δύναμη που διέθετε. Αλλά σε μια στιγμή ο πατέρας  της φθάνει σε απόσταση βολής. Και με το τόξο του ρίχνει ένα βέλος και πληγώνει την Αγία. Το πρώτο παρθενικό αίμα τρέχει άφθονο και πορφυρίζει τα βράχια της ακρογιαλιάς.

Από τότε οι πέτρες βάφτηκαν κόκκινες και, κατά θαυμαστό τρόπο, το χρώμα αυτό διατηρείται μέχρι σήμερα. Η Αγία εξακολουθεί τη μαρτυρική της πορεία πληγωμένη. Οι δυνάμεις της, όμως, αρχίζουν να την εγκαταλείπουν. Σε λίγο ο ασελγής πατέρας θα την προφθάσει. Δεν απομένει άλλη ελπίδα, παρά μόνον ο Χριστός. Υψώνει, λοιπόν, τα χέρια της στον ουρανό και προσεύχεται: «Κύριε, συ που έχεις τη δύναμη να με διαφυλάξεις, σχίσε τω βράχο να κρυφτώ, δώσε συγχώρηση στον πατέρα μου και πάρε το πνεύμα μου». Και το θαύμα έγινε: Όταν έφθασε ο πατέρας της, η Μαρκέλλα ήταν κρυμμένη μέσα στο βράχο μέχρι τη μέση. Δαιμονισμένος από το θυμό και μη μπορώντας να την βγάλει, την αρπάζει από τα μαλλιά. Με εωσφορικό χέρι, με απανθρωπιά και θηριωδία, αφαίρεσε τους μαστούς της Αγίας και τους πέταξε στο βουνό. Έπειτα αποκόπτει την κεφαλή και την πετά στα κύματα. Η κεφαλή επιπλέει και τη νύχτα βγάζει μια εξαιρετική λάμψη.

Ένα περαστικό πλοίο την παραλαμβάνει. Σήμερα λέγεται πως η αγία κάρα της Παρθενομάρτυρος βρίσκεται στη Ρώμη. Ίσως από την εποχή των Γενουατών.

Έκτοτε από το βράχο εκείνο αναβλύζει νερό «τερατουργόν», που θερμαίνεται και βράζει πολλές φορές, όταν ο Ιερεύς ψάλλει  στο «Αγίασμα» την Ἱ. Παράκληση ή τον Κανόνα της Αγίας και πολλούς θεραπεύει, που με πίστη προσέρχονται στον Άγιο εκείνο τόπο.