Τώρα με την Χάριν της θα ομιλήσωμε περί της εξόδου και της Μεταστάσεως αυτής από τον παρόντα κόσμον εις την αιώνιον Βασιλείαν του Υιού της. Είναι όντως φαιδρά και χαρμόσυνος για την ακοὴν των φιλοθέων η τοιαύτη διήγησις.

Όταν, λοιπόν, ο Χριστός, ο Θεός μας, ευδόκησε να μεταθέσει την παναγίαν και πανάμωμον μητέρα του από τον κόσμον αυτὸν εις την Βασιλείαν του, προκειμένου να λάβει τον άφθαρτον στέφανον των υπερφυών αγώνων και αρετών της, να την τοποθετήσει θεομητροπρεπώς

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμυήτων. χείλη δε πιστών τη Θεοτόκω ασιγήτως φωνήν του αγγέλου αναμέλποντα, εν αγαλλιάσει βοάτω: Όντως ανωτέρα πάντων υπάρχεις, Παρθένε αγνή». «Εσένα που είσαι ζωντανή κιβωτός του Θεού, ας μη σε αγγίζει ολότελα χέρι άπιστο, αλλά χείλια πιστά ας ψάλλουνε δίχως να σωπάσουνε τη φωνή του αγγέλου (ο υμνωδός θέλει να πει τη φωνή του αρχαγγέλου Γαβριήλ, που είπε «ευλογημένη συ εν γυναιξί») κι ας κράζουνε: «Αληθινά, είσαι ανώτερη απ' όλα Παρθένε αγνή».

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μέγας θεολόγος, είδε την Παναγία σε όραμα και γράφει: Ποιος ανθρώπινος λόγος μπορεί άραγε να περιγράψει τη θεοφώτιστη ωραιότητά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Οι χάρες σου είναι αδύνατον να προσδιοριστούν ούτε με λόγια ούτε με σκέψεις. Μόνη η θεία όψη της χαρίζει αίγλη, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Η ωραιότητα του προσώπου της πηγάζει από την ωραία ψυχή της και την καθαρή καρδιά της. Σαν φως που χύνεται από τα μέσα προς τα έξω και χαρίζει αυτή την απαράμιλλη ευπρέπεια, την πάγκαλη καλλονή.

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. έχουν διαμορφωθεί δύο παραδόσεις περί του τόπου του θανάτου και της ταφής της Θεοτόκου, η ιεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) και η εφεσιανή (Dormitio ephesiana). Η Ιεροσολυμιτική είναι η αρχαιοτέρα και η ιστορική παράδοση.

Η εφεσιανή προέκυψε από τα απόκρυφα που μόνον αυτά διϊσχυρίζονται, ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης όταν μετέβη στην Έφεσο έφερε μαζί του και την Μητέρα του Κυρίου Ιησού. Κατά την ιεροσολυμιτική παράδοση ο ευαγγελιστής Ιωάννης μετέβη στην Έφεσο μετά τον θάνατο της Θεοτόκου.

Κατά την ιεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γάρ (δηλ. τήν Σιών) εἶχεν ἡ Θεομήτωρ ἐπί γῆς ἐνδιαίτημα» (Ανδρέου επίσκοπου Κρήτης, Λόγος εις την Κοίμηση Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού η Θεοτόκος έζησε ακόμη μερικά έτη πάντοτε στον κύκλο των μαθητών του Ιησού και υπό την ιδιαίτερη φροντίδα και προστασία του ευαγγελιστού Ιωάννου. Πόσα ακριβώς έτη έζησε μετά την Ανάληψης, δεν δύναται να λεχθεί.

Κατά τινά των απόκρυφων έζησε μόνον δύο έτη. Κατ’ άλλα πάλι 22. Ο χρονογράφος Ιππόλυτος ο Θηβαίος (7ος αιώνας μ.Χ.) λέγει, ότι η Θεοτόκος έζησε ακόμη 11 έτη και ότι απέθανε σε ηλικία 59 ετών. (Τεμάχια εκ του χρονολογικού συντάγματος Ιππολύτου του Θηβαίου περί του Χριστού, της γεννήσεως της Θεοτόκου, των Αποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 και εξής). Εξ όσων πάλι σχετικώς λέγει ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης, ότι «πρός ἔσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστῆναι τῶν τῆδε» φαίνεται ως μάλλον ορθότερη η γνώμη του Ιππολύτου του Θηβαίου.

Κατά πληροφορία από το Εγκώμιο στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (826 μ.Χ.), που προέρχεται από την ίδια ως άνω παράδοση, η Θεοτόκος προαισθάνθηκε την ώρα του θανάτου Της και προσευχήθηκε στον Υιό Της Ιησού και παρακάλεσε Αυτόν, να παρευρεθούν κατά την ώρα του θανάτου Της οι στο κήρυγμα του Ευαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές του Ιησού, «οἱ λειτουργήσοντες τά ἐντάφια» Αυτής.

Δεν είχε τελειώσει ακόμη η προσευχή και ιδού καταφθάνουν όλοι «οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, οἱ θαυμαστοί ὑπηρέται, τῆς ἐμῆς κηδείας ἐπιβαίνοντες νεφέλης».

Προς τους εκπλησσόμενους για αυτά λέγει ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης «καί θαυμαστόν οὐδέν, εἰ τό ἐξᾶραν Ἠλίαν πνεῦμα ποτέ καί διφρηλάτην οὐρανοῦ πυρφόρον ἀναλαβόν ἄρτι, τότε κἀκείνους ἐξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης ἐν πνεύματι. Ράστα γάρ τά πάντα τῷ Θεῷ καθώς ἐν τῷ Ἀββακούμ καί τῷ Δανιήλ ἔγνωμεν».

Κατά τον ίδιο Πατέρα άγιο Ανδρέα τον Κρήτης «παρῆν ἅπας σχεδόν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ὁ θίασος», «τῶν θεοφόρων ὁ στόλος» και ως ἀλλαχοῦ ότι, ἦτο μεταξύ αὐτῶν «…καί αὐτός ὁ Παῦλος σύν Τιμοθέῳ καί Ἱεροθέῳ».

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει στις τρεις ομιλίες του στην Κοίμηση, ότι συμπαρέστησαν και οι Πατριάρχαι της Παλαιάς Διαθήκης, ακόμη δε και αυτοί οι Πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα.

Σ’ αυτές εκθέτει την αρχαιοτέρα παράδοση της Εκκλησίας σε πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 και εξής και Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», έκδοσης Ευαγούς Ιδρύματος «Όσιος Ιωάννης ο Ρώσσος», Αθήναι 1970).

Τα κατά τον θάνατο της Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα είναι κατά τον πρύτανη των θεολόγων Πατέρων τα εξής : «Ἡ ἐπί τῶν νεφελῶν συνέλευση τῶν ἀποστόλων, ἡ ἐξύμνηση τῆς θνησκούσης, οἱ ἀποχαιρετιστήριοι λόγοι της, ἡ ὑποδοχή τῆς ψυχῆς Της ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀποστόλους, τό ἐπεισόδειο μετά τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουδαίου πού ἐπιχείρησε νά ἀνατρέψει τό ἱερό σκῆνος, ἡ ἀπαγωγή τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀγγέλους μετά τήν τριήμερη παραμονή στόν τάφο, ἡ ὑποδοχή τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σέ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ».

Η Θεοτόκος, συνεχίζει η παράδοση, ετοιμασθείσα καθ’ όλα «καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης παρέθετο τήν Ἁγίαν Αὐτῆς ψυχήν».

Ο άγιος Ανδρέας ο Κρήτης περιγράφει με τα εξής την στιγμή του θανάτου της Θεοτόκου· «προύκειτο γοῦν ἐν μέσῳ τό τρίπηχυ καί φωτοειδές ἐκεῖνο τῆς Θεοτόκου σῶμα, λάμπον εἰς κάλλος καί ὡραιότητα κύκλωθεν δέ ἅπας ὁ τῶν Ἀποστόλων χορός».

Ο συγγραφέας των Αρεοπαγητικών έργων συνεχίζει την περιγραφή της κηδείας της Θεοτόκου (Περί των θείων ονομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ότι «…Εἶτα ἐδόκει μετά τήν θέαν τοῦ ζωαρχικοῦ καί θεοδόχου σώματος ὑμνῆσαι τούς ἱεράρχας ἅπαντας ὡς ἱκανός ἦν ἕκαστος, τήν ἀπειροδύναμον ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» («τήν ἑκούσιον δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἄχρι σαρκός χωρίς ἁμαρτίας συγκατάβασιν», ερμηνεύει ο Παχυμέρης).

Κατά την υμνωδία διεκρίθη ο «Μέγας Ιερόθεος», όστις «ὤν ὥσπερ ἔκδημος ἐκ τοῦ σώματος, ὅλως ἐξιστάμενος ἑαυτοῦ ἐν τοῖς ὕμνοις, καί πάσχων τήν πρός τά ὑμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων καί τῶν γνωρίμων καί τῶν μή γνωρίμων θεόληπτος ἐκρίνετο».

Ενώ ακόμη ο χορός των Αποστόλων έψαλε και υμνούσε την Θεοτόκο «ἰδού παρεγένετο καί ὁ Κύριος μετά δόξης ἰσχύος αὐτοῦ καί πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ», λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), και παραλαμβάνει την ψυχή της Θεοτόκου, την οποία και παραδίδει στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Με τη παράδοση αυτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου συνδέεται στενότατα και από της πρώτης εμφανίσεως της και η περί μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου άλλη παράδοση, σύμφωνα με την οποία η ταφή του παναχράντου σώματος της Θεοτόκου έγινε την επομένη του θανάτου Της.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνωρίζει την παράδοση εκείνη, κατά την οποία την ώρα της εκφοράς ένας Ιουδαίος επεχείρησε να επιτεθεί κατά της σορού, αλλ’ ευθύς κόπηκαν και τα δύο χέρια του.

Η πληροφορία αυτή ίσως να έχει και μόνον συμβολικό χαρακτήρα, θέλουσα να δηλώσει την έναντι του χριστιανισμού ασέβεια και εχθρική στάση των Ιουδαίων και την τιμωρία τους γι’ αυτά. Το πανάχραντο σώμα της Θεομήτορος, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, έμεινε επί τριήμερο στον τάφο, εκεί κατήλθε και το παρέλαβε ο Ιησούς επί νεφέλης και το ανεβίβασε στους ουρανούς, για να ενωθεί τούτο με την ψυχή της Παρθένου Μαρίας.

Περί του τάφου της Θεοτόκου γίνεται κατά την 5η μ.Χ. εκατονταετηρίδα ευρύτατος λόγος στην Παλαιστίνη και στην Συρία. Από επιστολή αποδιδομένη στον άγιο Ιερώνυμο είμεθα βέβαιοι, ότι κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. ο τάφος αυτός είχε γίνει αντικείμενο Προσκυνήματος από τους Χριστιανούς.

Τα αυτά μας πληροφορεί και ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μόδεστος σε λόγο του.

Η θέση του τάφου ευρίσκεται στην Γεθσημανή επάνω στον οποίο ανεγέρθηκε από τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ο σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός.

Ο ίδιος αυτοκράτορας με διάταγμα επέβαλε σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία τον υποχρεωτικό εορτασμό της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου την 15η Αυγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΙΗ’ 28).

Η ανωτέρω περί του θανάτου της Θεοτόκου ιεροσολυμιτική παράδοση πρέπει να είναι αρχαιοτάτη· η πρώτη διασωζόμενη γραπτή εμφάνιση της αναφέρεται από τον άγιο Ανδρέα τον Κρήτης (που γεννήθηκε στην Δαμασκό το 660 μ. Χ.) στον λόγο του στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043).

Η αρχαιοτάτη αυτή εκκλησιαστική παράδοση επηρέασε και τους ύμνους της Εκκλησίας και διασώθηκε κυρίως στο ονομαζόμενο «Ελληνικόν Μηνολόγιον» της 15ης Αυγούστου, Βασιλείου του Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) το οποίο και αξίζει να παρατεθεί.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν καί Θεός προλαβεῖν εὐδόκησε τήν ἑαυτοῦ Μητέρα, δι’ ἀγγέλου αὐτῇ τήν αὐτῆς μετάστασιν κατεμήνυσεν. Ἡ δέ ἀκούσασα ἐχάρη καί ἀνελθοῦσα εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καί προσευξαμένη, ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς. Καί εὐτρεπίσασα τά πρός τήν ταφήν ἅπαντα, ἐξεδέχετο τόν Υἱόν αὐτῆς. Καί γενομένης βροντῆς μεγάλης, παρεγένοντο οἱ Ἀπόστολοι πάντες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς διά νεφελῶν πρός τό κηδεῦσαι τό ἄχραντον αὐτῆς σῶμα.

Καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης, παρέθετο τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν εἰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ αὐτῆς. Τό δέ πανάχραντον αὐτῆς λείψανον ταφέν ὑπό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τρίτην ἡμέραν οὐχ εὑρέθη.

Ἀνοίξας γάρ ὁ Θωμᾶς τόν τάφον πρός τό προσκυνῆσαι τό λείψανον (ὕστερον γάρ ἦλθεν), οὐχ’ εὗρεν αὐτό. Μετέθηκε γάρ αὐτό ὁ Θεός ἐν τόπῳ, ᾧ οἶδεν αὐτός.

Εὑρέθησαν δέ μόναι αἱ σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αυγούστου Η κοίμησις της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585).

Η σκέψη και η διδασκαλία της Εκκλησίας για την μετάσταση δύναται να διατυπωθεί με συντομία ως εξής.

Το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου, το οποίο επί εννέα μήνας αξιώθηκε να κρατήσει τον δημιουργό του παντός, χωρίς να υποστεί ουδεμία φθορά και το οποίο έμεινε σε παρθενία και τελεία αγνότητα, δεν ήταν δυνατόν να υποστεί ούτε την φθορά του χρόνου.

Ο Δημιουργός του παντός και Υιός της Παρθένου παρέλαβε τούτο στους ουρανούς.

Εάν στην Π.Δ. έχουμε την μετάσταση του Ενώχ και του Ηλιού, του Μωϋσέως και πιθανώς του Ησαΐου και του ευαγγελιστού Ιωάννου, κατά μείζονα λόγο ήταν δυνατή και επιβεβλημένη η μετάσταση του παναχράντου και πανάγνου σώματος της Θεομήτορος.

Εξ άλλου ο όρος αυτός «μετάστασις» χρησιμοποιείται για να δηλωθεί και ο φυσικός θάνατος κάθε ανθρώπου, όπως αναφέρεται στην 5η ευχή της γονυκλισίας της Αγίας Πεντηκοστής «ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως….» και στην 6η ευχή της ίδιας Ιεράς Ακολουθίας « οὐκ ἔστι……. τοῖς δούλοις σου θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις….».

Οι τύποι της μετοχής «μεταστάς» χρησιμοποιούνται στους ύμνους και στις ευχές των Ακολουθιών της Εκκλησίας μας για τους κεκοιμημένους.

Συνηθίζεται ο κεκοιμημένος να αποκαλείται «ο μεταστάς» εκφράζοντας την πίστη της Εκκλησίας στην μετά θάνατο ζωή.

Μερικοί μάλιστα των Πατέρων εζήτησαν να στηρίξουν την ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου και γραφικώς στα χωρία της Αποκαλύψεως του Ιωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 και 14).

Αλλ’ ως ορθότατα δεικνύεται και από τον αοίδιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Παναγιώτη Μπρατσιώτη στο εκδοθέν υπόμνημα του στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, ότι διά της αναφερομένης στους ως άνω στίχους γυναικός νοείται η Εκκλησία καθόλου.

Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος διδάσκει, ότι με την Ανάληψη του Ιησού και την Μετάσταση της Θεοτόκου εισήλθαν πάλιν στον παράδεισο τα σώματα δύο ανθρώπων σε αντικατάσταση των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύας που εκδιώχθηκαν από εκεί.

Όλη αυτή την διδασκαλία περικλείει αριστοτεχνικώτατα το απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

« Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»

του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ