ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

Είπε κάποιος από τους Γέροντες: «Περισσότεροo απ' οτιδήποτε άλλο έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη, να είμαστε έτοιμοι για κάθε λόγο που θα ακούσουμε, να λέμε, «συγχώρεσέ με»1. Γιατί «με το όπλο της ταπεινοφροσύνης όλες οι παγίδες του εχθρού και αντιπάλου καταστρέφονται»2.

Ας ερευνήσουμε το βαθύτερο νόημα του λόγου του Γέροντα. Γιατί λέει: «Περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη», και δεν λέει καλύτερα, «περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο έχουμε ανάγκη από την εγκράτεια», αφού και ο Απόστολος μας λέει ότι «όποιος αγωνίζεται πάντοτε εγκρατεύε­ται σ' όλα»; (Α' Κορινθ. 9, 25).Η γιατί να μη λέει: «Περισσότε­ρο απ' οτιδήποτε άλλο έχουμε ανάγκη από το φόβο του Θεού;», αφού η Αγ. Γραφή λέει: «Αρχή της σοφίας είναι ο φό­βος του Κυρίου»; (Ψαλμ. 110, 10).

Και πάλι: «Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει κανείς από το κακό»; (Παροιμ. 15,27). Γιατί δεν λέει: «Περισσότερο απ' όλα χρειαζόμαστε την ελεημοσύνη ή την πίστη», αφού η Αγ. Γραφή λέει: «Με τις ελεημοσύνες και την πίστη καθαρίζονται οι αμαρτίες»; (Παροιμ. 15, 27). Και ο Απόστολος λέει «χωρίς πίστη είναι αδύνατο να γίνουμε ευάρε­στοι στο Θεό»; (Εβρ. 11, 6). Εάν λοιπόν είναι αδύνατον να γίνουμε ευάρεστοι στο Θεό χωρίς πίστη, και με ελεημοσύνες και πίστη καθαρίζονται οι αμαρτίες, και με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει κανείς από κάθε κακό, και αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου, και αυτός που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα, πώς λέει ότι «περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη» και παρέλειψε όλα τα άλλα που είναι τόσο αναγκαία; Θέλει να μας δείξει ο Γέροντας ότι ούτε ο φόβος του Θεού, ούτε η ελεημοσύνη, ούτε η πίστη, ούτε η εγκράτεια, ούτε καμιά άλλη αρετή δεν μπορεί να κατορθωθεί χωρίς την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό λέει: «Περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο χρειαζόμαστε την ταπεινοφροσύνη», για να είμαστε έτοιμοι σε κάθε λόγο που ακούμε να λέμε, «συγχώρεσέ με». Γιατί με την ταπεινοφροσύνη όλες οι παγίδες του εχθρού και αντιπάλου καταστρέφονται.

1. «Ευκαίρησε ποτέ ο Αββάς Θεόδωρος μετ’ αυτών. και εσθιόντων αυτών, κατ’ ευλάβειαν ελάμβανον τα ποτήρια σιωπώντες, και ουκ έλεγαν το ‘Συγχώρησον’. Και είπεν ο αββάς Θεόδωρος. Απώλεσαν οι μοναχοί την ευγένειαν αυτών, το λέγειν ‘Συγχώρησον’». (Αβ. Θεόδωρος Φέρμ. P.G. 65, 188D.)

2. «Είπεν ο Αββάς Αντώνιος. είδον πάσας τας παγίδας του εχθρού ηπλωμένας επί της γής· και στενάξας είπον. Τις άρα παρέρχεται ταύτας; Και ήκουσα φωνής λεγούσης μοι. Η ταπεινοφροσύνη». (Μ. Αντών. P.G. 65, 77 Β, ζ'.)

27. Βλέπετε λοιπόν, αδελφοί μου, πόση είναι η δύναμη της ταπεινοφροσύνης. Βλέπετε πόσο δραστικό είναι το να λέμε, «συγχώρεσέ με». Γιατί όμως ονομάζεται ο διάβολος όχι μόνον εχθρός, αλλά και αντίπαλος; Εχθρός ονομάζεται γιατί μισεί τον άνθρωπο, μισεί το καλό, θέλει το κακό. Αντικείμενος ονομάζε­ται, επειδή επιχειρεί να εμποδίσει καθετί καλό. Θέλει κανείς να προσευχηθεί; Εκείνος αντιστέκεται εμποδίζοντας με κακούς λογισμούς, με αιχμαλωσία του νου, με «ακηδία»3. Θέλει κανείς να κάνει ελεημοσύνη; Εκείνος εμποδίζει με τη φιλαργυρία, με την τσιγγουνιά. Θέλει κανείς ν' αγρυπνήσει; Εκείνος εμποδίζει με την οκνηρία και τη ραθυμία και έτσι μας εναντιώνεται σε καθετί, σε κάθε καλό με το όποιο καταπιανόμαστε. Γι’ αυτό ονομάζεται όχι μόνον εχθρός, αλλά και αντίπαλος. Με την ταπεινοφροσύνη λοιπόν, κάθε μισάνθρωπη και εχθρική ενέργεια του διαβόλου εξουδετερώνεται.

3. Ακηδία κατά τον ορισμό του Αγ. Ιωάννου του Σιναϊτου «εστί πάρεσις ψυχής, και νοός έκλυσις, ολιγωρία ασκήσεως, μίσος του επαγγέλματος, κοσμικών μακαρίστρια, Θεού διαβλήτωρ, ως ασπλάγχνου και αφιλανθρώπου, ατονία ψαλμωδίας, εν προσευχή ασθενούσα, εν διακονία σιδηρά, εν εργοχείρω άοκνος, εν υπακοή αδόκιμος… Τα μεν λοιπά πάθη μια τινι αρετή έκαστον αυτών κατήργηται. Ακηδία δε τω μοναχώ, περιεκτικός θάνατος». ( P.G. 88,860).

Σύμφωνα με την όλη ασκητική διδασκαλία θα ήταν δυνατό να αποδώσουμε δυό έννοιες στον όρο ακηδία. Η μια έχει στενό και η άλλη ευρύτερο χαρακτήρα.

Με τη στενή έννοια ακηδία είναι η αμέλεια, η αδιαφορία, η παραίτηση από κάθε πνευματική εργασία (π.χ. ψαλμωδία, προσευχή, μελέτη, εξαγόρευσηλογισμών κτ.λ.). Αυτό μπορεί να οφείλεται είτε στη δίβουλη ή άβουλη εμπάθεια και ανωριμότητα κάποιου, είτε και στη συνέργεια του δαίμονα μ’ αυτόν.

Με την ευρύτερη έννοια ακηδία είναι γενική ψυχοσωματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αρνητισμό υπαρξιακό, από αϋπνία και ανορεξία, από απελ­πισία και μελαγχολία, από ανερμάτιστες και «συγκεχυμένες» σκέψεις και από τάση αυτοκαταστροφής, από κατάκριση «των πάντων» και από αδράνεια τόση που φτάνει κανείς στο σημείο ούτε να απλώνει το χέρι του για να φάει ένα κομμάτι ψωμί.

Σ' αυτή την περίπτωση η δαιμονική κυριαρχία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αλλά και μεγάλα υπαρξιακά κενά είναι δυνατόν να είναι τα αίτιά της. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση χρειάζεται πολλή θεία Χάρις και πολύς ασκητικός κόπος για να λυτρωθεί αυτός που πάσχει από ακηδία, και αυτό γίνεται μόνο κάτω από την άμεση παρακολούθησή του από Γέροντα άγιο και έμπειρο.

28. Γιατί είναι πραγματικά μεγάλη αρετή η ταπεινοφρο­σύνη. Και καθένας από τους αγίους μ' αύτη την ταπεινοφρο­σύνη βάδισε και με τον κόπο συντόμευσε το δρόμο, καθώς λέει: «Δες την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου» (Ψαλμ. 24, 18). Γιατί μπορεί μεν και με μόνη την ταπείνωση να μπούμε στη Βασιλεία, καθώς έλεγε ο Γέρον­τας Ιωάννης4, αλλά με βραδύτερο ρυθμό. Ας ταπεινωθούμε λοιπόν λίγο και εμείς και θα σωθούμε. Και αν, σαν ασθενικοί, δεν μπορούμε να κοπιάσουμε, ας φροντίσουμε τουλάχιστον να ταπεινωθούμε. Και πιστεύω στο έλεος του Θεού, ότι χάρη σ' αυτό το λίγο που γίνεται με ταπείνωση θα βρεθούμε και εμείς στον τόπο των αγίων εκείνων, που τόσο πολύ κουράστηκαν και δούλεψαν για την αγάπη του Θεού. Μάλιστα! Είμαστε άρρωστοι και δεν μπορούμε να κοπιάσουμε, μήπως όμως δεν μπορούμε και να ταπεινωθούμε;

4. «Ο γαρ καθ’ εαυτόν κόπος εις μάτην εστί, και εις ουδέν λογίζεται. Φησί γαρ. ‘ Ίδε την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου’. Ο ουν έχων ταύτην, δια τάχους φθάνει, και ο έχων ταπείνωσιν ομού εξουδενώσεως, και αυτός το όμοιον έχει. Η εξουδένωσις τον τόπον επέχει του κόπου. ο δε έχων ταπείνωσιν καθ’ εαυτόν, εισέρχεται μεν, βραδέως δε. Ει τις δε θέλει κρατήσαι την αληθινήνταπείνωσιν, μη ψηφίσει εαυτόν εν τινι πράγματι όλως, και αυτή εστιν η αληθινή ταπείνωσις». (Ιωαν. Κλίμ. P.G. 88, 1816Α)

29. Μακάριος είναι, αδελφοί μου, εκείνος που έχει ταπεί­νωση. Γιατί η ταπείνωση είναι μεγάλη αρετή. Πετυχημένα δε ο άγιος εκείνος χαρακτήρισε αυτόν που έχει αληθινή ταπείνωση λέγοντας: «Η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανέναν». Και αυτό μοιάζει σαν παράξενο πράγμα. Γιατί η ταπείνωση αντιτίθεται μόνο στην κενοδοξία και απ' αυτή μόνο φαίνεται ότι προστατεύει τον άνθρωπο. Οργίζεται όμως κανείς και για χρήματα και για φαγητά. Πώς λοιπόν λέει ότι η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται, ούτε να εξοργίζει κανέναν; Η ταπείνωση είναι μεγάλη αρετή, όπως είπαμε, και έχει τη δύναμη να ελκύει τη Χάρη του Θεού στην ψυχή. Λοιπόν, όταν έρθει η ίδια η Χάρη του Θεού, σκεπάζει την ψυχή από τ' άλλα δυο αυτά βαριά πάθη. Γιατί, τί είναι πιο βαρύ από το να οργίζεται κανείς και να εξοργίζει τον πλησίον, όπως είπε και ο Ευάγριος; «Είναι εντελώς ανάρμοστο στο μοναχό να οργίζεται»5. Πραγματικά, αν δεν σκεπαστεί αυτός γρήγορα με την ταπείνωση, σιγά - σιγά καταντάει σε δαιμονική κατάσταση, ταράζοντας τον εαυτόν του και τους άλλους. Γι’ αυτό λοιπόν λέει ότι: «Η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο να μην οργίζεται ούτε να εξοργίζει κανέναν».

5. Ευάγ. P.G. 40, 1233Β

30. Γιατί όμως λέω ότι η ταπείνωση σκεπάζει από τα δυο αυτά μεγάλα πάθη; Η ταπείνωση σκεπάζει την ψυχή από κάθε πάθος, από κάθε πειρασμό. Όταν είδε ο Άγιος Αντώνιος όλες τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες και στενάζοντας ρώτησετο Θεό: «Ποιος άραγε μπορεί να γλυτώσει απ' αυτές»; Τί του απάντησε ο Θεός; Του απάντησε: «Η ταπείνωση τις ξεπερνάει». Και τί άλλο αξιοθαύμαστο πρόσθεσε; Πρόσθεσε: «Και ούτε καν την εγγίζουν». Βλέπεις δύναμη, αδελφέ μου, βλέπεις χάρη αρε­τής; Πραγματικά, τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από την ταπεινο­φροσύνη, τίποτα δεν την νικάει. Και αν συμβεί στον ταπεινό άνθρωπο κάτι λυπηρό, αμέσως τα βάζει με τον εαυτόν του, αμέ­σως κατακρίνει τον εαυτόν του, δηλαδή ότι του αξίζουν όσα συμ­βαίνουν. Δεν ανέχεται να κατακρίνει κανέναν, δεν ανέχεται να φορτώσει σε άλλον την αίτια. κι έτσι το ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, χωρίς να θλιβεί και αναπαύεται τέλεια. Γι’ αυτό ούτε οργίζεται, ούτε εξοργίζει κανέναν. Καλά λοιπόν είπε ο άγιος: «Πάνω απ' όλα έχουμε ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη»6.

31. Υπάρχουν δε δυο μορφές ταπεινώσεως, όπως ακρι­βώς και δυο μορφές υπερηφάνειας. Η πρώτη υπερηφάνεια είναι όταν εξουδενώνει κανείς τον αδελφό του, όταν τον εξευτελίζει σαν να μην είναι τίποτα και θεωρεί τον εαυτόν του ανώτερό του7. Αν αυτός που θα πέσει σ' αυτή την υπερηφάνεια δεν φροντίσει γρήγορα, με την κατάλληλη προσοχή και επιμέλεια, να διορθω­θεί, σιγά- σιγά φτάνει στη δεύτερη υπερηφάνεια, ώστε καταν­τάει να υπερηφανεύεται και απέναντι στον ίδιο το Θεό και να πιστεύει πως οτιδήποτε κατορθώνει οφείλεται στις δυνάμεις του και όχι στο Θεό.

6. Η γνήσια και βαθιά ταπεινοφροσύνη εκφράζεται με την αυτομεμψία ποτέ όμως με την ταπεινολογία και την εξωτερικευμένη αυτοκατηγορία που γίνεται ακριβώς προς ενίσχυση του πληγωμένου εγωισμού μας.

Η αυτομεμψία και η ευχαριστιακή αποδοχή των λυπηρών, είναι η βασική οδός για την επιτυχία του πνευματικού αγώνα. Είναι προσγειωμένη και ρεαλιστική αντιμετώπιση της ζωής. Η αυτομεμψία δεν έχει καμιά σχέση με την ικανοποίηση μαζοχιστικών τάσεων ή νοσηράς ενασχολήσεως με προσωπικά θέματα και προβλήματα, ούτε είναι υπεκφυγή, για την ταχύτερη τακτοποίηση των δύσκολων ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά είναι θετική εμβάθυνση στην προσωπική ενοχή.

Η θετικά ενεργουμένη αυτομεμψία έχει σαν βάση πάντοτε την «εν Χριστώ αποκεκαλυμμένη αλήθεια» και οδηγεί από την αυτογνωσία στην ταπείνωση και στην ευχαριστιακή αποδοχή των κακών, σαν μέσων για την κάθαρση των αμαρτιών μας. Κατά συνέπεια φεύγει η αιτία του θυμού, της οργής και της κατακρίσεως και ανοίγονται τα κανάλια για την «εν Χριοτώ» διαπροσωπική «κοινωνία», ετοιμάζεται ο δρόμος της αγάπης.

7. «Είπε πάλιν, ότι εκ του πλησίον εστίν η ζωή και ο θάνατος. Εάν γαρ κερδήσωμεν τον αδελφόν, τον Θεόν κερδαίνομεν. εάν δε σκανδαλίσωμεν τον αδελφόν, είς Χριστόν αμαρτάνομεν». (Αβ. Αντώνιος P.G. 65, 77ΑΒ)

Η θέση αύτη των ασκητών Πατέρων αποστομώνει κάθε κριτή τους που τους κατηγορεί σαν αντικοινωνικά όντα.

Η χριστιανική μοναχική άσκηση, χωρίς να δημιουργεί ή να εμπνέει κοινωνι­κούς αγώνες αλλαγής και χωρίς να στρέφει την προσοχή της στα μαζικά θαύμα­τα του αποτυχημένου αστοχριστιανισμού, έμπρακτα και αναντίρρητα αναπτύσ­σει στον ύψιστο βαθμό την κοινωνικότητα του ατόμου και δημιουργεί το αφανές κράτος του Θεού στη γη.

Πραγματικά, αδελφοί μου, κάποτε είδα έναν που είχε καταν­τήσει στην ελεεινή αυτήν κατάσταση. Στην αρχή, αν του έλεγε κανένας αδελφός κάτι, τον έφτυνε και έλεγε: «Ποιος είναι αυτός; Δεν αξίζει κανένας παρά μόνον ο Ζωσιμάς και οι μαθητές του». Μετά άρχισε να εξευτελίζει και αυτούς και να λέει: «Δεν αξίζει κανένας παρά μόνον ο Μακάριος». Και μετά από λίγο άρχισε πάλι να λέει: «Τί είναι ο Μακάριος; Τιποτένιος, μόνο ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αξίζουν». Μετά από λίγο άρχισε και αυτούς να τους εξευτελίζει λέγοντας: «Τί είναι ο Βασίλειος και τί είναι ο Γρηγόριος; Τιποτένιοι, μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος αξίζουν». Του λέω: «Πραγματικά, αδελφέ μου, και αυτούς θα τους απορρί­ψεις». Πιστέψτε με, μετά από λίγο καιρό άρχισε να λέει: «Τί είναι ο Πέτρος και ο Παύλος; Τιποτένιοι, μόνο η Αγία Τριάδα αξί­ζει». Μετά υπερηφανεύτηκε και εναντίον του ίδιου του Θεού και έτσι έχασε τα λογικά του. Γι’ αυτό πρέπει ν' αγωνιζόμαστε, αδελφοί μου, εναντίον της πρώτης υπερηφάνειας, για να μην καταλήξουμε μετά από λίγο στην τέλεια υπερηφάνεια.

32. Υπάρχει δε και κοσμική υπερηφάνεια και καλογερική. Κοσμική υπερηφάνεια έχει κανείς όταν υπερηφανεύεται εις βάρος του αδελφού του ότι είναι πιο πλούσιος ή πιο όμορφος ή πιο καλοντυμένος ή πιο γενναίος απ' αυτόν. Όταν λοιπόν βλέ­πουμε ότι κενοδοξούμε μ' αυτά ή ότι το μοναστήρι μας είναι πιο μεγάλο ή πιο πλούσιο ή ότι έχουμε πολλούς αδελφούς, πρέπει να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο της κοσμικής υπερη­φάνειας. Συμβαίνει όμως πολλές φορές να κενοδοξεί κανείς και για μερικά φυσικά χαρίσματα. Να τί εννοώ. Κενοδοξεί ότι έχει καλή φωνή και ψάλλει ωραία, ή ότι είναι επιτήδειος και εργάζεται με επιμέλεια και ακρίβεια και υπηρετεί άδολα. Αυτά είναι πιο εξευγενισμένα από τα πρώτα, όμως και αυτά ανήκουν στο χώρο της κοσμικής υπερηφάνειας. Καλογερική υπερηφά­νεια έχει κανείς όταν κενοδοξεί ότι αγρυπνεί, ότι είναι νηστευτής, ευλαβής, ενάρετος, σπουδαίος. Συμβαίνει δε πολλές φορές να ταπεινώνεται κανείς για να δοξαστεί. Αυτά ανήκουν στο χώρο της καλογερικής υπερηφάνειας. Είναι βέβαια προτιμό­τερο, αν δεν μπορούμε εντελώς να νικήσουμε την υπερηφάνεια, να υπερηφανευόμαστε για τα μοναχικά και όχι για τα κοσμικά προτερήματα. Να, είπαμε λοιπόν ποια είναι η πρώτη υπερηφά­νεια και ποια η δεύτερη. Παρόμοια είπαμε ποια είναι η κοσμική και πια η καλογερική. Ας μάθουμε τώρα και ποιες είναι οι δυο ταπεινώσεις.

33. Η πρώτη ταπείνωση είναι το να θεωρεί κανείς τον αδελφό του πιο συνετό και σε όλα καλύτερον απ' αυτόν, και μ' ένα λόγο, όπως είπε εκείνος ο άγιος, να θεωρεί τον εαυτόν τουχειρότερο απ' όλους8. Η δεύτερη ταπείνωση είναι το να αποδί­δει κανείς κάθε επιτυχία του και κάθε κατόρθωμά του στη Χάρη του Θεού. Αύτη είναι η τέλεια ταπείνωση που είχαν οι άγιοι. Αύτη η ταπείνωση δημιουργείται στην ψυχή σαν φυσικό αποτέ­λεσμα της πιστής και δουλικής τηρήσεως των εντολών του Θεού. Γιατί όπως ακριβώς τα δέντρα, όταν είναι φορτωμένα με πολύ καρπό, ο ίδιος ο καρπός λυγίζει τα κλαδιά και τα γέρνει προς τα κάτω, το δε κλαδί που δεν έχει καρπό υψώνεται προς τα πάνω και ανεβαίνει στητό — υπάρχουν βέβαια και μερικά δέν­τρα που όσο κρατάει το βλάστημά τους, δεν κρατούν καρπό9, αν όμως πάρει κανείς πέτρα και την κρεμάσει στο κλαδί και το τραβήξει προς τα κάτω, τότε κάνει καρπό — έτσι είναι και η ψυχή. Όταν ταπεινώνεται, τότε καρποφορεί και όσο καρποφο­ρεί τόσο ταπεινώνεται9α. Γιατί όσο προσεγγίζουν οι άγιοι το Θεό, τόσο περισσότερο βλέπουν τον εαυτόν τους αμαρτωλό10.

8. Αδελφός ηρώτησε τον αββάν Σισώην, λέγων. Ορώ εμαυτόν, ότι μνήμη του Θεού παραμένει μοι. Λέγει αυτώ ο γέρων. Ουκ έστι μέγα το είναι τον λογισμόν σου μετά του Θεού. μέγα δε εστι, το εαυτόν οράν, υποκάτω πάσης της κτίσεως. Τούτο γαρ και ο σωματικός κόπος οδηγεί εις τον της ταπεινοφροσύνης τρόπον. (Αβ. Σισώης P.G 65, 396 Β, ίγ).

9. «Εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι Θεού μαθηταί εσμέν, ουχ ότι τα δαιμόνια ημίν υπακούουσιν, αλλ’ ότι τα ονόματα ημών γέγραπται εν τω ουρανώ της ταπεινώσεως. Η μεν ακαρπία φύσει εις ύψος τους των λεγομένων κίτρων κλάδους ανυψούν πέφυκε. κατακαμφθέντες δε θάττον καρποφόροι γίνονται. Ο νουνεχώς γνούς επίσταται». (Ιωάν. Κλιμ. P.G. 88, 1000 Α).

9α. «Καρπός πολύς κατακάμπτει κλώνας δένδρων και αρετής πλήθος ταπει­νοί φρόνημα ανδρός.... Ώσπερ βάρος καρπού καταράσσει κλώνα, ούτω υπερηφανία ενάρετον καταβάλλει φυχήν». (Αβ. Νείλ. P.G. 79, 1161C)

10. «Είπεν ο αββάς Ματτώης· Όσον εγγίζει άνθρωπος τω Θεώ τοσούτον αμαρτωλόν εαυτόν βλέπει. Ησαΐας γαρ ο προφήτης ιδών τον Θεόν, τάλαν και ακάθαρτον έλεγεν εαυτόν». (Αβ. Ματτώης P.G.65, 289C).

34. Θυμάμαι ότι κάποτε μιλούσαμε για την ταπείνωση και κάποιος άρχοντας από τη Γάζα ακούγοντάς μας να λέμε ότι όσο πλησιάζει κανείς το Θεό, τόσο πιο αμαρτωλό βλέπει τον εαυτόν του, παραξενευόταν και έλεγε: «Πώς συμβαίνει αυτό»; Και δεν ήξερε και ζητούσε να μάθει το λόγο. Του λέω: «Αφέντη, για πες μου πώς θεωρείς τον εαυτό σου όταν βρίσκεσαι στην πόλη σου»; Μου λέει εκείνος: «Θεωρώ τον εαυτό μου πρώτο και τρανό στην πόλη». Του λέω: «Αν φύγεις και πας στην Καισαρεία, πώς θα θεωρείς τον εαυτό σου εκεί»; Λέει: «Θα τον θεωρώ σαν τον πιο ασήμαντο από τους ντόπιους άρχοντες». Του λέω: «Αν φύγεις και πας στην Αντιόχεια, πώς θα θεωρείς τον εαυτό σου»; «Θα νομίζω πως είμαι ένας άξεστος χωριάτης». Του λέω: «Αν πήγαι­νες στην Κωνσταντινούπολη κοντά στο βασιλιά, πώς θα έβλε­πες εκεί τον εαυτό σου»; «Μου λέει εκείνος: «Θα ένιωθα σανφτωχός». Τότε του λέω: «Να, έτσι ακριβώς είναι και οι άγιοι. Όσο πλησιάζουν το Θεό, τόσο πιο αμαρτωλούς βλέπουν τους εαυτούς τους». Γιατί όταν ο Αβραάμ είδε τον Κύριο, ονόμασε τον εαυτόν του χώμα και στάχτη (Γεν. 18, 27). Ο δε Ησαΐας έλεγε: «Ώ, πόσο ταλαίπωρος και ακάθαρτος είμαι εγώ»! (Ησ. 6, 5). Το ίδιο συνέβη και με το Δανιήλ. Όταν ήταν στο λάκκο με τα λιοντάρια, και πήγε ο Αββακούμ κρατώντας το φαγητό και λέγοντάς του, «Δέξου το φαγητό που σου έστειλε ο Θεός», τί είπε τότε ο Δανιήλ; «Με θυμήθηκε ο Θεός»; (Δαν. 14, 36-37). Βλέπεις τί ταπείνωση είχε στην καρδιά του; Ενώ βρισκόταν στο λάκκο με τα λιοντάρια και δεν τον πείραζαν, και όχι μόνο μια φορά, αλλά και δεύτερη (Δαν. 6, 14), μετά απ' όλα αυτά από­ρησε λέγοντας: «Με θυμήθηκε ο Θεός»;

35. Βλέπετε την ταπείνωση των αγίων; Βλέπετε τί ταπεινά συναισθήματα έτρεφαν στην ψυχή τους; Άλλα ακόμη και όταν ο Θεός τους έστελνε για να βοηθήσουν τους ανθρώπους, δεν δέχονταν από ταπείνωση, αποφεύγοντας τη δόξα. Γιατί, όπως ακριβώς, όταν κάποιος φοράει ολομέταξο ρούχο και του ρίξουν πάνω του ένα λερωμένο κουρέλι, φεύγει για να μη λερωθεί το πολύτιμο ρούχο του, έτσι και οι άγιοι, φορώντας τις αρετές, αποφεύγουν την ανθρώπινη δόξα για να μη μολυνθούν απ' αυτή. Όσοι όμως επιθυμούν τη δόξα, μοιάζουν με γυμνό που ψάχνει να βρει κανένα κουρέλι ή οτιδήποτε άλλο, για να σκεπά­σει τη γύμνια του. Έτσι και αυτός που είναι γυμνός από αρετές ζητάει τη, δόξα των ανθρώπων11.

Όταν λοιπόν στέλνονταν από το Θεό οι άγιοι, για να βοηθή­σουν τους άλλους, από ταπείνωση δεν δέχονταν. Αλλ' ο μεν Μωυσής έλεγε: «Σε παρακαλώ, διάλεξε άλλον που να μπορεί, γιατί εγώ έχω αδύνατη φωνή και μπερδεύω τα λόγια μου» (Εξ. 4, 10). Ο δε Ιερεμίας έλεγε: «Είμαι πολύ νέος» (Ιερ. 1, 6). Και καθένας από τους αγίους απέκτησε αυτή την ταπείνωση, από την πιστή εφαρμογή, όπως είπαμε, των εντολών. Κανείς όμως δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια το πώς δημιουργείται αυτή η ταπείνωση στην ψυχή του ανθρώπου, αν δεν το μάθει με την πείρα της ασκητικής ζωής του. Με τα λόγια κανείς δεν μπορεί να την μάθει12.

11. Η ματαιοδοξία, η φιλοδοξία και η ανθρωπαρέσκεια φανερώνουν τη γυμνότητα του ανθρώπου, που τη δημιουργεί η απομάκρυνση, ο χωρισμός από το Θεό, και η αχρείωση του «κατ’ εικόνα». Ο άνθρωπος που πορεύεται στο «καθ’ ομοίωσιν», που στρέφεται δηλαδή υπαρξιακά προς το Αρχέτυπό Του, μπορούμε να πούμε ότι στρέφεται προς το μόνο «κάλλος», τη γνήσια πηγή κάθε δόξας και κάθε ωραιότητας και όταν κοινωνήσει μαζί Του, τότε «κόρος ουκ ελπίζεται και πλησμονή ούχ ευρήσεται, αλλά συμπαρατείνεται τη μετουσία η όρεξις και συνακμάζει τη απολαύση ο πόθος και τη του επιθυμητού επιτυχία ου περιγράφεται», όπως λέει ο Αγ. Γρηγ. Νύσσης. (P.G. 44, 648C)

12. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο αββάς Δωρόθεος, ακολουθώντας πιστά την ορθόδοξη θεολογία και βίωση, τοποθετεί την ταπείνωση στη χώρα της εμπειρίας, γιατί η ταπείνωση σε τελευταία ανάλυση είναι «χριστοειδής» κατάσταση: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια΄, 29).

Η εισαγωγική κατάσταση της τηρήσεως των εντολών «εγκεντρίζει» την ψυχή για του Αγ. Πνεύματος εις την «εν Τριάδι» προτυπουμένη ζωή, που εκφράζεται «εν Χριστώ» σαν τέλεια ταπείνωση. Γι’ αυτό και ο «υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» (Ματθ. κγ΄12). Αποδοκιμάζεται όχι γιατί τον εκδικείται ο Θεός, αλλά γιατί ο ίδιος ξεπέφτει από τη «θεοειδή» μορφή του προσώπου του. «Θεοειδής οάνθρωπος εγένετο και μακάριος τω αυτεξουσίω τετιμημένος... το δι' ανάγκης αυτόν επί τι μεταχθήναι βιαίως αφαίρεσις του αξιώματος ην» (Γρηγ. Νύσ. P.G. 45, 486BC).

Ενώ αντίθετα «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Επιβραβεύεται όχι γιατί συμμορφώνεται προς κάποιο νομικό ή ηθικολογικό καταστατικό, αλλά επειδή ξαναβρίσκει τη «δόξα» του «κατ' εικόνα».(Πρβλ. Ι. Κορναράκη: Βιβλικά Ψυχογραφήματα Θεσ/κη 1975)

36. Κάποτε ο αββάς Ζωσιμάς μιλούσε για την ταπείνωση και ένας σοφιστής που βρέθηκε εκεί, ακούγοντας όσα έλεγε, επειδή ήθελε να μάθει την ακρίβεια του λόγου τον ρώτησε: «Πες μου, πώς θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό; Δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι άγιος; Δεν καταλαβαίνεις ότι έχεις αρετές; Δεν βλέπεις ότι τηρείς τις εντολές; Πώς, αφού κάνεις αυτά, πιστεύεις ότι είσαι αμαρτωλός»; Ο Γέροντας όμως δεν εύρισκε τρόπο να του απαντήσει, μόνο του έλεγε: «Δεν ξέρω πώς να στο πω, αλλά έτσι νιώθω, αμαρτωλός». Ο σοφιστής λοιπόν επέμενε θέλοντας να μάθει πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό. Ο δε Γέροντας, μη βρίσκοντας πώς να του εξηγήσει αυτό το πράγμα, άρχισε να λέει με την άγια απλότητά του: «Μη με παρεξηγήσεις, αληθινά τέτοιος είμαι».

Μόλις λοιπόν είδα το Γέροντα να μην ξέρει τί ν' απαντήσει, του λέω: «Μήπως άραγε αυτό μοιάζει με τη σοφιστική ή την ιατρική επιστήμη; Όταν δηλαδή ο γιατρός ή ο σοφιστής την μαθαίνει καλά και την εφαρμόζει, με την πράξη λίγο - λίγο η σοφιστική ή η ιατρική γίνεται σ' αυτούς μια παγιωμένη και αυτο­ματοποιημένη ικανότητα ταυτισμένη με την προσωπικότητα τους, αλλά οι ίδιοι δεν μπορούν και δεν γνωρίζουν να πουν πώς έφτασαν ν' αποκτήσουν αυτήν την ικανότητα. Σιγά - σιγά, όπως είπα, χωρίς να το καταλάβουν, η ψυχή απέκτησε αυτήν την ικα­νότητα από την πράξη. Έτσι κάπως έχουν τα πράγματα. Και στην ταπείνωση δηλαδή, δημιουργείται αυτή η παγιωμένη κατά­σταση από την τήρηση των εντολών, χωρίς να μπορεί να ερμη­νευθεί με λόγια. Μόλις λοιπόν άκουσε ο αββάς Ζωσιμάς αυτό, χάρηκε και αμέσως με αγκάλιασε και μου λέει: «Το βρήκες,όπως το είπες είναι». Έτσι ικανοποιήθηκε και ο σοφιστής και παραδέχτηκε και αυτός την εξήγηση.

37. Γιατί μας είπαν μεν οι παλιοί Γέροντες μερικά για να καταλάβουμε τί είναι η ταπείνωση, αλλ' όμως αυτήν την κατά­σταση, που δημιουργείται μέσα στην ψυχή από την ταπείνωση, κανείς δεν μπόρεσε να την ερμηνεύσει με λόγια. Όταν ο αββάς Αγαθών επρόκειτο να πεθάνει και του είπαν οι αδελφοί: «Και ’συ φοβάσαι, Πάτερ;» είπε: «Σ' όλη μου τη ζωή έκανα ό,τι μπορούσα για να τηρήσω τις εντολές, αλλά άνθρωπος είμαι. Πού ξέρω, αν το έργο μου άρεσε στο Θεό; Γιατί αλλιώς κρίνει ο Θεός και αλλιώς οι άνθρωποι»13. Να λοιπόν, ο Γέροντας αυτός μας άνοιξε τα μάτια για να καταλάβουμε την ταπείνωση και μας έδειξε το δρόμο για να την αποκτήσουμε. Ποια όμως είναι η φύση της ή πώς την αποκτάει η ψυχή, όπως πολλές φορές είπα, κανένας δεν μπόρεσε να πει, ούτε μπόρεσε με το λογικό να την κατανοήσει, εκτός αν η ίδια η ψυχή αξιωθεί με την πράξη να τη μάθει. Οι Πατέρες μας είπαν τί είναι αυτό που μπορεί να τη χαρίσει στον άνθρωπο. Γιατί λέει στο Γεροντικό ότι ρώτησε ένας αδελφός κάποιο Γέροντα λέγοντας: «Τί είναι η ταπείνωση»; Και ο Γέρον­τας είπε: «Η ταπείνωση είναι μεγάλο και θεϊκό έργο. Ο δε δρόμος που οδηγεί στην ταπείνωση είναι οι σωματικοί κόποι που γίνον­ται με επίγνωση14 και το να θεωρείς τον εαυτό σου κάτω απ' όλη την κτίση και το να προσεύχεσαι αδιάλειπτα». Αυτός είναι ο δρόμος που φέρνει στην ταπείνωση. Η φύση όμως της ταπεινώσεως είναι θεϊκή και ακατάληπτη.

13. P.G. 65, 117B

14. Οι σωματικοί κόποι, όσο βαρείς και εξουδενωτικοί και αν είναι, δεν καταλήγουν μόνοι τους στην ταπείνωση, ούτε καταξιώνονται σαν αυτοσκοπός, αλλά αποτελούν μέσο για την απόκτηση της πνευματικής πτωχείας και καθαρότητας. Όταν λοιπόν από τη σωματική άσκηση λείπει η επίγνωση του σκοπού, της ουσίας και του νοήματος της κακοπάθειας, τότε αυτή είναι μάταια, άχρηστος «ως μήτρα άτεκνος» (Ισ. Σύρος ) και «εις ουδέν καταλήγουσα» (Συμ. Ν. Θεολ.). Γι’ αυτό και ο όσιος Νείλος λέει χαρακτηριστικά: «Όσον δοκείς το σώμα σκληραγωγείν τη επιπόνω και τραχυτέρα διαίτη,τοσούτω μάλλον την σεαυτού καρδίαν ταπείνωσον, κατευτελίζων και εξουδενών σεαυτόν, ίνα μη της κενοδοξίας χωράν λαβούσης εν σοί, αντί σίτου, κνίδην θερίσης, και οι κόποι απόλλυνται» (Όσ. ΝείλP.G. 79, 221).

38. Γιατί όμως λέει ότι οι σωματικοί κόποι οδηγούν την ψυχή στην ταπείνωση; Για ποιο λόγο οι σωματικοί κόποι είναι αρετή της ψυχής; Επειδή το να θεωρεί κανείς τον εαυτόν του κάτω απ' όλη την κτίση, όπως και προηγουμένως αναφέραμε, πολεμάει την πρώτη υπερηφάνεια. Γιατί πώς μπορεί να θεωρεί κανείς τον εαυτόν του σπουδαιότερο από τον αδελφό του ή να υπερηφανευτεί για κάτι ή να κατακρίνει ή να εξουδενώσει κάποιον, όταν θεωρεί τον εαυτόν του κάτω απ' όλη την κτίση;Παρόμοια και η «αδιάλειπτη προσευχή», είναι φανερό ότι καταπολεμάει τη δεύτερη υπερηφάνεια. Γιατί είναι ολοφάνερο ότι ο ταπεινός, ο ευλαβής, επειδή ξέρει ότι κανένα καλό δεν είναι δυνατόν να κατορθώσει η ψυχή, χωρίς τη βοήθεια και τη σκέπη του Θεού, δεν σταματάει να παρακαλεί το Θεό, να τον ελεήσει. Και αυτός που προσεύχεται αδιάλειπτα, και αν ακόμα αξιωθεί και κατορθώσει κάτι, ξέρει με Ποιού τη δύναμη το κατόρθωσε. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπερηφανευτεί, ούτε να το αποδώσει στη δύναμή του, αλλά αποδίδει στο Θεό κάθε κατόρθωμα και Αυτόν πάντα ευχαριστεί και παρακαλεί, τρέμοντας μήπως χάσει αυτή τη βοήθεια και τότε φανερωθεί η ασθενική και αδύναμη φύση του. Και έτσι με τη βοήθεια της ταπεινώσεως προσεύχεται και με την προσευχή ταπεινώνεται, και όσο κατορθώνει κάτι, τόσο ταπεινώνεται και όσο ταπεινώνεται, βοηθιέται και προκό­βει με τη βοήθεια της ταπεινοφροσύνης15.

15. «Μη σε πεισάτω τω χρόνω ενδούναι τοις πόνοις λογισμός υψηλόφρων, ίνα μη που, προς ταις θύραις της εξόδου γυμνός αρετών καταληφθείς, έξω των πυλών της βασιλείας ευρεθής. Μη σε βαθμός κλήρου επαιρέτω, αλλά μάλλον ταπεινούτω. Προκοπή γαρ ψυχής, προκοπή ταπεινώσεως… Επίγνωσις θεοσεβείας, επίγνωσις ταπεινώσεως και πραότητας. Ταπείνωσις Χριστού μίμησις έπαρσιςδε και παρρησία και αναίδεια, του διαβόλου μίμημα. Γίνου μιμητής Χρίστου». (MBασ. P.G. 31, 648ΑΒ)

39. Γιατί λοιπόν λέει ότι οι σωματικοί κόποι φέρνουν την ταπεινοφροσύνη; Τί σχέση έχει ο σωματικός κόπος με τη διά­θεση της ψυχής; Σας εξηγώ. Επειδή όταν ξέπεσε η ψυχή από την τήρηση της εντολής του Θεού στην παράβαση, παραδόθηκε η άθλια, όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος16, στη φιληδονία και στην ανεξαρτησία που οδηγεί στην πλάνη, και αγάπησε τα σωματικά και κατά κάποιο τρόπο ταυτίστηκε με το σώμα και έγινε όλη σάρκα, όπως λέει η Αγ. Γραφή: «Δεν θα παραμείνει το πνεύμα μου σ' αυτούς τους ανθρώπους, επειδή είναι σάρκες» (Γεν. 6, 3). Από τότε λοιπόν η ταλαίπωρη αυτή ψυχή υποφέρει μαζί με το σώμα και συμφωνεί μ' όσα αυτό διαπράττει, γι’ αυτό είπε ο Γέροντας ότι ο σωματικός κόπος οδηγεί στην ταπείνωση. Γιατί διαφορετική κατάσταση έχει η ψυχή του γέρου και διαφορετική του αρρώστου, άλλη του πεινασμένου και άλλη του χορτάτου. Παρόμοια πάλι, άλλη κατάσταση έχει η ψυχή αυτού που ιππεύει και άλλη εκείνου που κάθεται πάνω σε γαϊδουράκι, άλλη εκεί­νου που κάθεται σε θρόνο και άλλη αυτού που κάθεται καταγης17, άλλη του καλοντυμένου και άλλη του κουρελή. Ο κόπος λοιπόν ταπεινώνει το σώμα. Και όταν ταπεινώνεται το σώμα, ταπεινώνεται μαζί του και η ψυχή. Ώστε καλά είπε ότι ο σωματικός κόπος οδηγεί στην ταπείνωση. Γι’ αυτό, όταν πολεμήθηκε ο Ευάγριος από τη βλασφημία, επειδή γνώριζε ότι η βλασφημία προέρχεται από την υπερηφάνεια και ότι όταν ταπεινώνεται το σώμα ταπεινώνεται μαζί και η ψυχή, για σαράντα ολόκληρες ήμερες δεν έμεινε σε στεγασμένο χώρο, ώστε το σώμα του, όπως λέει ο βιογράφος του, να γεμίσει τσιμπούρια σαν τα άγρια ζώα. Ώστε ο κόπος αυτός δεν έγινε για να θεραπεύσει τη βλασφημία, αλλά για να προκαλέσει την ταπείνωση. Καλά λοιπόν είπε ο Γέροντας ότι οι σωματικοί κόποι οδηγούν στην ταπείνωση. Ο αγαθός Θεός να μας χαρίσει ταπείνωση, γιατί αυτή και από μεγάλα κακά γλυτώνει τον άνθρωπο και τον σκεπάζει από μεγά­λους πειρασμούς.

16. Γρηγ. Ναζ. P.G. 36. 341BC

17. «Γινώσκων ο Δεσπότης τη έξωθεν διαγωγή συσχηματίζεσθαι την της ψυχής αρετήν, λαβώνλέντιον υπέδειξεν ημίν μέθοδον οδού ταπεινώσεως. Τοίς γαρ του σώματος επιτηδεύμασιν εξομοιούταιη ψυχή, και προς ά πράττει, τυπούται, και προς αυτά σχηματίζεται... Άλλως ο επί θρόνου και άλλως οεπί κοπριάς καθήμενος διάκειται». (Ιωάν. Κλίμ. P.G. 88, 100ΙΑ)

 

Από το βιβλίο Αββά Δωροθέου "Έργα Ασκητικά" της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέα