«Η Κυρία Θεοτόκος δεν ξεθάρρεψε με τα πολλά θαύματα πού αξιώθηκε να ζήσει, ούτε πέρασε τη ζωή της απρόσεκτα, αλλά φρόντιζε να ανταποκρίνεται πρόθυμα σ’ αυτά, με το να επιδίδεται με πολλή υπομονή σε κάθε είδους πνευματική άσκηση και επίσης με το να βοηθά με τις δραστικές της πρεσβείες όλο τον κόσμο και να συνεργεί στο κήρυγμα των αγίων Αποστόλων με τις ιερές νουθεσίες και παραινέσεις της, κι έτσι ζούσε μια ζωή με πνευματικό αγώνα τόσο έντονο και κοπιαστικό, πού να ξεπερνά κάθε σκέψη και λόγο…

ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

Σκέψου, αγαπητέ, ότι, όπως υπάρχει αυτός ο αισθητός μέγας κόσμος, που αποτελείται από όλα τα κτίσματα, έτσι υπάρχει ένας άλλος νοητός κόσμος αποτελούμενος από αμαρτωλούς, του οποίου τα στοιχεία είναι οι τρεις διεστραμμένοι έρωτες, τους οποίους αναφέρει ο Θεολόγος Ιωάννης· πρώτον, ο έρωτας των ηδονών δεύτερον, ο έρωτας του πλούτου, και τρίτον, ο έρωτας της δόξας· «Όσα είναι του κόσμου η επιθυμία της σάρκας και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου» (Α΄ Επιστ. Ιωάν. 2,16).

Τώρα αυτός ο πονηρός κόσμος, ο οποίος είναι όλος ενάντιος στον σκοπό του Θεού και εξουσιάζεται από τον εωσφόρο (ο οποίος γι’ αυτό και λέγεται κοσμοκράτορας), είναι εκείνος ο μεγάλος εχθρός τον οποίον ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού και Πατέρα που γεννήθηκε στην γη, ήλθε, για να πολεμήσει, πρώτα με το σιωπηλό παράδειγμά του και ύστερα, στον κατάλληλο καιρό, με τον λόγο και την διδασκαλία του· γι’ αυτό συλλογίσου, ότι πρώτα πολεμεί με την φτώχεια του τον παράλογο έρωτα του πλούτου.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)· καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).
Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε· διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.)
Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ

Αν η δυσπιστία στον εαυτό μας και η ελπίδα στον Θεό, οι τόσο απαραίτητες σ αυτόν τον πόλεμον, μείνουν μοναχές, όχι μόνον δεν θα νικήσουμε, αλλά και θα γκρεισθούμε σε πολλά κακά. Γι αυτό το λόγο, κοντά σε αυτές χρειάζεται και η εκγύμνασι, που είναι το τρίτο πράγμα που είπαμε στην αρχή, η οποία πρέπει να γίνεται πρώτα με το νού και με τη θέλησι. Και τον μεν νού πρέπει να φυλάμε από την αγνωσία, η οποία είναι σε αυτόν πολύ αντίθετη, επειδή τον σκοτίζει και του εμποδίζει στην γνώσι της αλήθειας, η οποία είναι το δικό του αντικείμενο. Γι αυτό είναι ανάγκη να τον γυμνάζουμε, ώστε να γίνη λαμπρός και καθαρός, για να μπορή να διακρίνη καλά εκείνο που μας χρειάζεται για να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη και να την στολίσουμε με τις αρετές.

Αυτή λοιπόν την λαμπρότητα του νού μπορούμε να την αποκτήσουμε με δυό τρόπους· ο πρώτος και πλέον αναγκαίος, είναι η προσευχή, με την οποία παρακαλούμε το Άγιο Πνεύμα να καταδεχθή να σκορπίση το θείο του φως μέσα στις καρδιές μας, το οποίο, βέβαια, θα το κάνη αν ζητήσουμε πραγματικά μόνο τον Θεό, αν κάνουμε το θέλημά του το άγιο και αν υποτάξουμε κάθε τι μας στη συμβουλή και ερώτησι των εμπείρων και πνευματικών μας Πατέρων.

ΠΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΥ