ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Κατά το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, Άγιοι είναι οι γνήσιοι θεράποντες του Χριστού. «Άγιοι είναι οι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι δια μεν της τελείας αγάπης τους προς τον Θεόν και της ακριβεστέρας υπακοής των εις τον Νόμον Του ευρέστησαν ενώπιόν Του, δια δε της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος ηγιάσθησαν, εθεώθησαν και εδοξάσθησαν υπό του Θεού, και ζώντες και μετά την κοίμησίν των... και δια της δοθείσης εις αυτούς παρρησίας πρεσβεύουν υπέρ ζώντων και κεκοιμημένων» (Επισκόπου Μελέτιου, Αγιολογία).

Η ονομασία Άγιος δίδεται κατ' αρχάς στους Μάρτυρες που ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και γι' αυτό τους εθανάτωσαν (μαρτύρησαν). Μετά το τέλος των διωγμών η ονομασία δίνεται και σ' αυτούς που διακρίθηκαν για την άγια ζωή τους.

Τα μέλη της Εκκλησίας σέβονται και τιμούν τους Αγίους «εν λόγοις, εν συγγραφαίς, εν νοήμασι (με ύμνους και τροπάρια), εν θυσίαις (Θ. Λειτουργίες), εν ναοίς, εν εικονίσμασι» (Συνοδικό Ζ' Οικουμενικής Συνόδου), επειδή αυτοί απολαμβάνουν τιμή και δόξα στη Βασιλεία των ουρανών, έχουν παρρησία στο θρόνο του Θεού και μεσιτεύουν όπερ ημών.

Προσφέρουμε την τιμή μας στους Αγίους όλοι»; και στην Παναγία και στους Αγίους Αγγέλους, αλλά λατρεία προσφέρουμε μόνο στον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Προσκυνούμε και ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες των Αγίων τιμητικά (ή προσκύνηση διαβαίνει στο πρωτότυπο το εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στο υλικό της εικόνας) και του Θεού λατρευτικά (τιμητική προσκύνηση - λατρευτική προσκύνηση).

Η Εκκλησία μας την τιμή αυτή στους Αγίους την εκδηλώνει: 
α. Με ανέγερση Ναών στο όνομά τους και την τοποθέτηση Ιερών λειψάνων τους στην Άγια Τράπεζα.

β. Με προσκύνηση των Ιερών εικόνων και λειψάνων τους.

γ. Με θέσπιση εορτών προς τιμή τους.

δ. Με συγγραφή φασματικών ακολουθιών, εγκωμίων κ.λπ.

ε. Με επίκληση των πρεσβειών τους και πίστη στην αποτελεσματικότητα της μεσιτείας τους. Συγχρόνως μας προτρέπει να τους μιμηθούμε στο φρόνημα και τη ζωή τους, υπενθυμίζοντάς μας το «Άγιοι γίνεσθε ότι εγώ Άγιος είμι» (Α' Πέτ. α΄, 16) και ότι «Μνήμη Άγιου, μίμηση Άγιου» (Πατέρες της Εκκλησίας).

Σ' αυτή τη μίμηση διευκολύνει η Εκκλησία τους πιστούς με την καθιέρωση εορτών προς τιμήν τους. Και υπάρχουν:

α. Επέτειοι του Μαρτυρίου ή της κοιμήσεως των Αγίων. Η ημέρα αυτή ονομάζεται «μνήμη Αγίου» ή «γενέθλιος ημέρα» του Άγίου (εισήλθε - γεννήθηκε στην αιώνια ζωή)1.

β. Συνάξεις. Πρόκειται για εορτές που τελούνται την επόμενη ημέρα μιας Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής. Συνάζονται οι πιστοί για να τιμήσουν το πρόσωπο το όποιο συμμετείχε ή συνέβαλε στην εορτή. Έτσι έχουμε: Σύναξη της Θεοτόκου στις 26 Δεκεμβρίου (αυτή εγέννησε τον Χριστό), Σύναξη του Προδρόμου στις 7 Ιανουαρίου (αυτός Τον βάπτισε), Σύναξη του αρχάγγελου Γαβριήλ στις 26 Μαρτίου (Αυτός Τον ευαγγελίσθηκε) κ.λπ.

γ. Ευρέσεις και ανακομιδές ή μετακομιδές άγιων λειψάνων.

δ. Επέτειοι θαυμάτων και σπουδαίων γεγονότων από τη ζωή της Εκκλησίας ή των Αγίων.

Επί πλέον για να τιμηθούν όλοι μαζί οι Άγιοι, γνωστοί και άγνωστοι, θεσπίστηκε και η εορτή «των Αγίων Πάντων», που εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή.

Και οι πιστοί ανταποκρινόμενοι στη φροντίδα αυτή και αγάπη της Εκκλησίας προστρέχουν στους Ναούς για να τους τιμήσουν, αλλά και για να ζητήσουν την πρεσβεία και μεσιτεία τους: «Άγιε του Θεού... πρέσβευε υπέρ ημών». Αυτό το πνεύμα εκφράζει και το τροπάριο του Μεγάλου Αποδείπνου: «Κύριε, ει μη τους αγίους σου είχομεν πρεσβευτάς και την αγαθότητά σου συμπαθούσαν υμίν, πως ετολμώμεν, Σωτήρ υμνήσαί σε...».

1. Όλοι μας πρέπει να εορτάζουμε τημνήμη του Αγίου μαςκαι όχι τα γενέθλιά μας. (Η Αγία μας Εκκλησία καθόρισε να τελούνται τρία μόνον γενέθλια: του Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου). Εμείς οι Ορθόδοξοι τιμούμε τον Άγιό μας, τον έχουμε προστάτη, μεσίτη και βοηθό και αγωνιζόμαστε να Τον μιμηθούμε, ζώντας με κέντρο πάντοτε τον Θεάνθρωπο Χριστό, δηλ. ζούμε θεανθρωποκεντρικά. Οι Παπικοί ζουν με κέντρο τον άνθρωπο, δηλαδή ανθρωποκεντρικά (εξ ου και ο εορτασμός των γενεθλίων), ενώ οι Προτεστάντες (Ευαγγελικοί, Πεντηκοστιανοί κλπ.) εορτάζουν τα γενέθλια επειδή δεν έχουν Αγίους. Η συνήθεια λοιπόν εορτασμού των γενεθλίων ήλθε από τη Δύση και είναι αντορθόδοξη.

1.Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Αρχίζουμε την απαρίθμηση των Αγίων από την Θεοτόκο, η οποία είναι και ΠΑΝΑΓΙΑ.

Το κύρια Όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Μαρία (Μαριάμ).

Όλα τα άλλα είναι επίθετα-προσωνυμίες που δείχνουν ιδιότητες ή χαρίσματά της.

Θεοτόκος λέγεται γιατί εγέννησε τον Χριστό που είναι Θεός. Παναγία λέγεται γιατί συγκεντρώνει όλη την αγιότητα σε όλη τη ζωή της και στον υπέρτατο βαθμό.

Αειπάρθενος λέγεται γιατί συνέλαβε εκ Πνεύματος Αγίου και γέννησε υπερφυσικά Θεό και Άνθρωπο, μυστήρια που γίνεται κατανοητό μόνο με πίστη. Αυτό δηλώνεται στην Αγγειογραφία με τα τρία αστέρια που έχει στο μέτωπο και ωμούς της και σημαίνουν ότι η Παναγία ήταν Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο (τη γέννα).

Η Δέσποινα του κόσμου και Βασίλισσα των Ουρανών υπερέχει όχι μόνο των Αγίων Όλων, αλλά και των άγιων Αγγέλων. Γι' αυτό χαιρετίζεται και τιμάται ως «Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξότερα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Μόνο Η Αγία Τριάδα υπερέχει της Παναγίας. Γι' αυτό:

α. Κατέχει τα «Δευτερεία της Αγίας Τριάδος».

β. Στην Άγια Πρόθεση πριν από τους Αγγέλους και τούς Αγίους αίρεται (βγαίνει) μερίδα πρώτα για την Παναγία.

γ. Εορτάζεται κάθε χρόνο περισσότερο από εννέα φορές:

(1) 25 Μαρτίου - Ευαγγελισμός,

(2) 2 Ιουλίου - Κατάθεση αγίας Εσθήτος της,

(3) 15 Αυγούστου - Κοίμηση,

(4) 31 Αυγούστου - Κατάθεση αγίας Ζώνης της,

(5) 8 Σεπτεμβρίου – Γενέσιο,

(6) 2 Οκτωβρίου - Αγία Σκέπη,

(7) 21 Νοεμβρίου - Εισόδια.

(8) 9 Δεκεμβρίου - Σύλληψη Αγίας Άννας,

(9) 26 Δεκεμβρίου - Σύναξη της Παναγίας κ.α.

δ. Η Τετάρτη κάθε Εβδομάδα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο.

ε. Υπάρχει πλήθος εορτών προς τιμή της ανευρέσεως παλαιών απολεσθέντων εικόνων της.

στ. Υπάρχει μέγα πλήθος Εκκλησιών αφιερωμένων στη Χάρη της2.

ζ. Καθιερώθηκαν οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου που ψάλλονται ολόκληρο το χρόνο, ιδιαίτερα όμως τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως Ακάθιστος Ύμνος με τέσσερις Στάσεις.

η. Ολόκληρος ο Αύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία μας, με την Κοίμησή της, τις Παρακλήσεις, τα Μεθεόρτια, τα Εννιάμερα και στις 31 με την κατάθεση της Αγίας Ζώνης δηλ. με εορτή της Παναγίας τελειώνει το εκκλησιαστικό έτος!

θ. Οι ακολουθίες όλων των εορτών της Εκκλησίας περιέχουν πλήθος τροπαρίων προς τιμήν της Παναγίας και δεν υπάρχει ωδή Κανόνος Αγίου που να μην καταλήγει σε Θεοτόκιο δηλ. τροπάρια που υμνεί την Παναγία μας.

2. Στην Κύπρο προ της εισβολής είχαν καταγραφεί σε βιβλίο οι Ναοί, Παρεκκλήσια, εξωκλήσια κ.λπ. της νήσου και οι Άγιοι στους όποιους ήσαν αφιερωμένοι. Την πρώτη θέση κατείχε ηΠαναγία.

Είναι κατά συνέπεια πλήρως δικαιολογημένη η απεριόριστη ευλάβεια και τιμή που έχει ο ορθόδοξος Λαός στη Θεοτόκο Παναγία και η καταφυγή του στις σωστικές μεσιτείες της προς τον Υιόν της. Και ο Χριστός, ο Υιός της, πάντοτε εισακούει τις αιτήσεις της και τις ικανοποιεί. Γι' αυτό λέγουμε ότι οι πρεσβείες της Παναγίας μας είναι σωστικές και αιτούμενοι την πρεσβεία της λέγουμε ή ψάλλουμε «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς».

Οι Άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν από τον άνθρωπο και πριν από τη δημιουργία του ορατού κόσμου. Είναι «Λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. α', 14). Ως πνεύματα είναι άυλοι και ασώματοι, δε διακρίνονται σε φύλα, δεν πολλαπλασιάζονται, ούτε αποθνήσκουν. Ο αριθμός τους είναι αναρίθμητος και χωρίζονται σε εννέα αγγελικά τάγματα:

Άγγελοι - Αρχάγγελοι - Δυνάμεις 
Αρχαί - Εξουσίαι - Θρόνοι 
Κυριότητες - Χερουβίμ - Σεραφίμ

Πίστη της Εκκλησίας είναι ότι για κάθε άνθρωπο, Εκκλησία και πόλη υπάρχει Άγγελος φύλακας - προστάτης.

Το έργο των Αγγέλων είναι να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεό ακατάπαυστα και να πρεσβεύουν σ' Αυτόν υπέρ των ανθρώπων. Επίσης αποστέλλονται από τον Θεό για να ενισχύουν, να βοηθήσουν ή να σώσουν ατομικά ήομαδικά τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Γενικά, είναι λειτουργοί της Θείας Πρόνοιας και 
στις εμφανίσεις τους, όταν ποτέ συμβεί (Αγγελοφάνειες), προσλαμβάνουν ανθρώπινη μορφή ανδρική ήνεανική. Έτσι εμφανιζόταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (στην εποχή κυρίως της Π. Διαθήκης)και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (στην εποχή της Κ. Διαθήκης)3.

Η Εκκλησία μας καταδίκασε τη λατρευτική τους προσκύνηση και τιμάει τους Αγγέλους όπως και τους Αγίους:

α. Με γιορτές προς τιμήν τους.

β. Αφιερώνοντας τη Δευτέρα κάθε Εβδομάδας υμνολογικά σ' αυτούς.

γ. Βγάζοντας μερίδα «είς τιμήν και μνήμην τους» και μάλιστα αμέσως μετά τη μερίδα της Παναγίας.

δ. Με την ειδική ευχή του Αποδείπνου «Εις φύλακα Άγγελον», τον Παρακλητικό Κανόνα στο φύλακα Άγγελο και άλλον ένα στους Αγίους Αγγέλους.

Με αυτούς τους τρόπους δίδεται αφορμή στους πιστούς να ζητούν τη βοήθεια και τη μεσιτεία τους.

3. Αρχάγγελος ήταν και ο Εωσφόρος με το τάγμα των Αγγέλων του, λόγω όμως της αλαζονείαςκαι του εγωισμού του θέλησε να γίνει Θεός, με αποτέλεσμα την πτώση του και τη μετάπτωση των Αγγέλων του σε πονηρά και κακοποιά πνεύματα' σε Διάβολο και Δαίμονες. Από τότε αντιμάχονται τον Θεό και επιδιώκουν και την απομάκρυνση του ανθρώπου από το νόμο Του. Τον παρασύρουν στην αποστασία, την απώλεια, την κόλαση, «εις το πυρ το αιώνων το ητοιμασμένον τω διαβόλωκαι τοις αγγέλοις αυτού» (Ματ. κε' ,41).

3. Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

«Ένας είναι ο Κύριος, δεύτερη 'ναι η Παναγία, τρίτος ειν' ο Πρόδρομος... ». Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος ακολουθεί μόνο την Παναγία και βρίσκεται πάνω από κάθε άλλο Άγιο της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «...ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού» (Ματ. ια', Ι 1).

α. Αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος των Προφητών, όπως αναφέρεται στο Απολυτίκιό του.

β. Υπήρξε Πρόδρομος του Κυρίου και προετοίμασε ζωντανούς και νεκρούς, όπως πάλι αναφέρεται στο Απολυτίκιό του, για να δεχθούν τον Χριστό.

γ. Ονομάστηκε και Βαπτιστής του λαού και του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό.

δ. Υπήρξε και Μάρτυρας γιατί αποκεφαλίστηκε επισφραγίζοντας το έργο του με το αίμα του.

ε. Εικονίζεται στα εικονοστάσια των Ναών (τέμπλο) κατά κανόνα αριστερά του Κυρίου.

στ. Η Εκκλησία βγάζει ειδική μερίδα στην Αγία Πρόθεση στο όνομά του.

ζ. Κάθε Τρίτη είναι υμνολογικά αφιερωμένη στη μνήμη του.

η. Τιμάται η μνήμη του έξι φορές το χρόνο: (1) 7 Ιανουαρίου - Σύναξη, (2) 24 Φεβρουαρίου - α' και β' εύρεση της τιμίας Κεφαλής του, (3) 25 Μαΐου - γ' εύρεση της τιμίας Κεφαλής του, (4) 24 Ιουνίου - Γενέθλιον , (5) 29 Αυγούστου - Αποτομή τιμίας Κεφαλής του και (6) 23 Σεπτεμβρίου - Σύλληψη.

4. ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Οι Άγιοι Απόστολοι εξελέγησαν από τον Κύριο και Τον υπηρετήσαν μέχρι Θανάτου. Έγιναν φορείς της εν Χριστό αποκαλύψεως, φωτίστηκαν από το Άγιο Πνεύμα με όλα τα Χαρίσματα και αποτελούν τα Θεμέλια της Εκκλησίας, η όποια γι' αυτό καλείται και «Αποστολική». Θεωρούνται ανώτεροι όλων των άλλων Άγίων.

Έκτος από τους δώδεκα Απόστολους που αποτέλεσαν το στενό κύκλο των Μαθητών Του, ο Χριστός εδιάλεξε και άλλους εβδομήκοντα οι όποιοι συμπλήρωναν το έργο των δώδεκα.

Η Εκκλησία τιμά τον καθένα σε ιδιαίτερη ημερομηνία του έτους, αλλά και όλους μαζί τους δώδεκα στη Σύναξη των Αγίων Αποστόλων, στις 30 Ιουνίου και τους Εβδομήκοντα στη Σύναξη των Εβδομήκοντα, στις 4 Ιανουαρίου.

Έχει αφιερώσει υμνολογικά την ημέρα Πέμπτη της Εβδομάδας για να τιμήσει αυτούς για το μεγάλο έργο τους, ενώ εξάγει ιδιαίτερη μερίδα στην ο Ιερά Πρόθεση για τους δώδεκα και εβδομήκοντα.

5. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

Αποστολικοί λέγονται οι Πατέρες που αποτέλεσαν την πρώτη μεταποστολική γενιά στην κορυφή της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας. Υπήρξαν Μαθητές των Αποστόλων συνοδοί, αυτόπτες και αυτήκοοι των Αποστόλων.

Τα γραπτά τους έργα έχουν μεγάλο κύρος, γιατί γράφτηκαν στους χρόνους αμέσως μετά τους Αποστόλους και διατηρούν πολλές Αποστολικές παραδόσεις.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι:

- Άγιος Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης

- Άγιος Ιγνάτιος. επίσκοπος Αντιόχειας

- Άγιος Πολύκαρπος. επίσκοπος Σμύρνης

- Ο Ερμάς που έγραφε το έργο «Ποιμήν» και ο Παπίας, που έγραψε το έργον «Λογίων Κυριακών Εξηγήσεις».

6. ΟΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Τον τίτλο του Ισαπόστολου η Εκκλησία τον απένειμε σε Αγίους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη διάδοση του Χριστιανισμού.

Τέτοιοι Ισαπόστολοι είναι:

- Η Αγία Φωτεινή ή Σαμαρείτιδα (26 Φεβρουαρίου και Ε' Κυριακή από του Πάσχα) .

- Η Αγία Μαγδαληνή η Μυροφόρα (22 Ιουλίου).

- Οι Άγιοι Θεόστεπτοι Βασιλείς Κων/ντίνος και Ελένη (21 Μαΐου).

- Η Αγία Θέκλα (24 Σεπτεμβρίου).

- Οι Θεσσαλονικείς Φωτιστές των Σλάβων Κύριλλος και Μεθόδιος (11 Μαΐου).

- Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (24 Αυγούστου).

- Η Αγία Νίνα της Γεωργίας.

- Ο Άγιος Βλαδίμηρος Βασιλιάς των Ρώσων.

- Η Αγία Όλγα κ.α.

7. 0Ι ΙΕΡΑΡΧΕΣ - ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζονται Όσοι από τους κληρικούς της Εκκλησίας, κυρίως Επίσκοποι, διακρίθηκαν για:

- Την αγιότητα του βίου τους, ακολουθώντας πιστά τα ίχνη του Χριστού.

- Την Ορθόδοξη διδασκαλία τους. Συστηματικά και ορθά ερμήνευσαν και εδίδαξαν την Άγια Γραφή.

- Την κοινή αναγνώρισή τους από το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Οι περισσότεροι από αυτούς έλαβαν μέρος στις Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους, αγωνίστηκαν σθεναρά εναντίον των αιρέσεων και πρωτοστάτησαν στον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας. Αυτοί συστηματοποίησαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας με τους Όρους, (Δογματικές αποφάσεις), των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, καθώς και με τους Κανόνες των συγγραμμάτων τους.

8. ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Οι Χριστιανοί που διώχτηκαν και βασανίστηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και τελικά μαρτύρησαν, ονομάζονται Μάρτυρες.

Το μαρτύριο, που είναι αποτέλεσμα ομολογίας της πίστεως στον Χριστό και την Ορθοδοξία, είναι εθελούσια μίμηση του πάθους του Χριστού. Από την πρώτη Εκκλησία θεωρήθηκε ως βάπτισμα, «βάπτισμα δι' αίματος» και μάλιστα ανώτερο από το βάπτισμα «δι' ύδατος». Το μαρτύριο, όταν ο μάρτυρας έχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις σωτηρίας, παρέχει πλήρη άφεση των αμαρτιών.

Μέγα νέφος Μαρτύρων δημιουργήθηκε στους τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού από τους διωγμούς των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, οι όποιοι με δαιμονική μανία εκίνησαν τον ένα διωγμό μετά τον άλλο εναντίον των Χριστιανών, φέροντες τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα.

Οι Μάρτυρες διακρίνονται σε:

α. Μεγαλομάρτυρες (λόγω διαρκείας των βασανιστηρίων, λαϊκοί ή κληρικοί).

β. Ιερομάρτυρες (όσοι ήσαν Ιερωμένοι).

γ. Οσιομάρτυρες και Οσιοπαρθενομάρτυρες (άνδρες ή γυναίκες, μοναχοί ή

ασκητές). 
δ. Μάρτυρες (οι λαυωι).

ε. Παρθενομάρτυρες (οι νέες που ζούσαν στον κόσμο).

στ. Νεομάρτυρες(λαϊκοί και κληρικοί που μαρτύρησαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και μετά από αυτήν και όσοι θα μαρτυρούν μέχρι της συντέλειας του κόσμου).

9. ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ

Όσοι ομολόγησαν τον Χριστό, αλλά δεν μαρτύρησαν - είτε γιατί οι διώκτες τους δεν τους βασάνισαν τόσο ώστε να αποθάνουν, είτε γιατί έπαυσαν τη δίωξη τους και απέθαναν τελικά με φυσικό θάνατο - ονομάζονται Ομολογητές.

Η Εκκλησία τιμάει τους Ομολογητές βασιζόμενη στη διαβεβαίωση του Κυρίου «Πάς όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου» (Ματ. ι', 32).

10. ΟΙ ΑΠΟΛΟΓΗΤΕΣ

Ο Χριστιανισμός με την εμφάνισή του ανατάραζε τους θεσμούς της εποχής του και γι' αυτό θεωρήθηκε «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δέ μωρίαν ... » (Α' Κορ. α', 23) και κατηγορήθηκε και διώχθηκε.

Όσοι υπερασπίστηκαν θεωρητικά το Χριστιανισμό και προέβαλαν την αλήθεια του μπροστά σε Αυτοκράτορες και γενικότερα μπρος στην πολιτική ρωμαϊκή εξουσία ή μπρος στην Ιουδαϊκή ιεραρχία ονομάστηκαν Απολογητές.

Μετά τους Απολογητές των πρώτων αιώνων, Απολογητές εμφανίστηκαν και μετά την εξάπλωση του Μωαμεθανισμού, και ανέζησαν στους νεώτερους χρόνους προς απόκρουση των αθεϊστικών κηρυγμάτων.

Οι πιο γνωστοί Απολογητές των πρώτων αιώνων ήσαν οι Αθηναίοι Κοδράτος, Αθηναγόρας και Αριστείδης, ο Παλαιστινός Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Ωριγένης και οι Αφρικανοί Λατίνοι Τερτυλλιανός και Κυπριανός.

Μετά τους διωγμούς απολογητικά έργα συνέγραψαν οι μεγάλοι θεολόγοι πατέρες του Δ' και Ε' αιώνα.

11. ΟΙ ΟΣΙΟΙ

Μετά το τέλος των διωγμών επεκράτησε η άποψη ότι η ενάρετη ζωή εν Χριστώ είναι ισάξια με το μαρτυρικό θάνατο. Έτσι, εφαρμόζοντες το λόγιο «διό εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορισθείτε (αποχωριστείτε)» (Β' Κορ. στ', 17), πολλοί εγκατέλειψαν τον κόσμο και αφιερώθηκαν στον Χριστό εξ ολόκληρου. Αυτό θεωρήθηκε «μαρτύριο της συνειδήσεως» και εξομοιώθηκε με το «μαρτύρων του αίματος». «Μάρτυρες τη βουλήσει άνευ μαστίγων και διωγμών» (Μέγας Βασίλειος).

Αυτοί είναι οι Μοναχοί, οι Ασκητές και οι Αναχωρητές, που έζησαν ή σε Κοινόβια Μοναστήρια ή σε σπηλιές. Αποτέλεσμα της αυστηρής και ασκητικής αυτής ζωής είναι η κάθαρση, ο φωτισμός, και η χαρίτωσή τους με τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Η προσφορά τους προς τον κόσμο με τις δεήσεις τους υπέρ του σύμπαντος κόσμου, τις ποικίλες θαυματουργικές επεμβάσεις τους, τις Θεόπνευστες συγγραφές τους, τις όποιες και σήμερα απολαμβάνουμε και τους ποικίλους αγώνες τους υπέρ της Ορθοδοξίας, οδήγησε την Εκκλησία στην αναγνώριση τους ως εμπροσθοφυλακή του Σώματος της κατά των εχθρών της πίστεως και τους τιμάει ως 
όσιους και Θεοφόρους Πατέρες. Μερικοί από τους επιφανέστερους Οσίους είναι ο Αντώνιος, ο Παχώμιος, Σάββας ο ηγιασμένος, ο Ευθύμιος, Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, Μακάριος ο Αιγύπτιος, Αθανάσιος ο Αθωνίτης κλπ.

12. ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ

Όλοι όσοι έζησαν προ Χριστού σύμφωνα με το θείο Νόμο και με την ελπίδα της ελεύσεως του Μεσσία: Προπάτορες, Θεοπάτορες, Προφήτες, Πατριάρχες, Βασιλείς κλπ. λέγονται Δίκαιοι, (δηλαδή Άγιοι προ Χριστού).

ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ (Συνοπτικά)

Απόστολοι ονομάζονται οι Δώδεκα μαθητές του Κυρίου που άφησαν τα πάντα και ακολούθησαν τον Κύριο σε όλη τη δημόσια διακονία Του μέχρι της Αναλήψεως. Στη συνέχεια μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, έγιναν κήρυκες και μάρτυρες της πίστεως στον Χριστό προς λύτρωση της ανθρωπότητας από την αμαρτία και συνέβαλαν στην εξάπλωση της Βασιλείας του Θεού στη γη.

Το Ιερό και τιμητικότατο αυτό όνομα δόθηκε από τον ίδιο τον Κύριο στους Μαθητές Του, όταν διανυκτέρευσε στο όρος προσευχόμενος. Τότε, «προσεφώνησε τους μαθητές αυτού, και εκλεξάμενος απ' αυτών δώδεκα ους και Αποστόλους ωνόμασεν» (Λουκ , στ', 13).

Οι Ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης χρησιμοποιούν περισσότερο το όνομα «οι Δώδεκα», ο δε Λουκάς και Παύλος το «Απόστολοι». Αργότερα χρησιμοποιείται η λέξη σε ευρύτερη έννοια και ονομάζονται Απόστολοι και άλλοι πλην των Δώδεκα, (οι εβδομήκοντα), αλλά και οι συνεργάτες αυτών.

Κατάλογοι των ονομάτων των δώδεκα Απόστολων υπάρχουν τέσσερις: Ματ. ι', 2· Μάρ, γ, 16· Λουκ. στ', 14 και Πράξ. α', 13. Οι κατάλογοι αυτοί συμφωνούν μόνο στον πρώτο, τον Πέτρο και τον τελευταίο τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Η διαφωνία -ασυμφωνία τους οφείλεται στο γεγονός ότι οι 'Ιουδαίοι συνήθιζαν να έχουν δύο ονόματα και άλλοι Ευαγγελιστές αναφέρουν το πρώτο, ενώ άλλοι προτιμούν το δεύτερο.

Κατά την εκλογή των Μαθητών Του, ο Κύριος εσταμάτησε στον αριθμό δώδεκα, γιατί όπως οι δώδεκα υιοί του Ιακώβ, οι δώδεκα Πατριάρχες, θεωρούνται οι αρχηγοί των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, δηλαδή όλου του Ιουδαϊσμού, έτσι και οι Δώδεκα 
αυτοί πρώτοι Μαθητές του Κυρίου, έγιναν οι πνευματικοί αρχηγοί του νέου Ισραήλ, δηλαδή του Χριστιανισμού. Αλλά και διότι τα δώδεκα κουδουνάκια στο κάτω μέρος του χιτώνα του Αρχιερέως Ααρών που κουδούνιζαν, όταν βημάτιζε στη Σκηνή, τους δώδεκα Αποστόλους εδήλωναν, που ήχησαν (κουδούνισαν) και εκήρυξαν σε ολόκληρη την οικουμένη το Ευαγγέλιο της απολυτρώσεως. Γι' αυτό και ο Ωσηέ προφήτευσε ότι δώδεκα δρύες θα ακολουθήσουν τον Θεό που θα φανεί στη γη.

Εκτός από τους Δώδεκα, ο Κύριος εξέλεξε και τους «Εβδομήκοντα», οι οποίοι κατά διαλείμματα Τον ακολουθούσαν. Αυτούς απέστειλε για να προετοιμάσουν το έδαφος απ' όπου επρόκειτο να περάσει και να διδάξει (Λουκ. ι', 1). Και ο αριθμός αυτός ανταποκρίνεται προς τους εβδομήκοντα εκείνους Πρεσβυτέρους τους οποίους ο Μωυσής, κατ' εντολήν του Θεού, εξέλεξε ως βοηθούς του. Αποδεικνύεται έτσι ότι τα παραδείγματα της Παλαιάς είναι σύμφωνα με τα της Καινής Διαθήκης.

Μεταξύ των Δώδεκα ο Κύριος είχε τρεις, τον Πέτρο, τον Ιάκωβo και τον Ιωάννη οι οποίοι αποτελούσαν το στενότερο κύκλο Του και παρευρίσκονταν μόνο αυτοί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, (ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στη Μεταμόρφωση, στην προσευχή της Γεσθημανής). Τον πρώτο, γιατί αγάπησε τον Χριστό «σφοδρά». Τον τρίτο, γιατί αγαπήθηκε από τον Χριστό «σφοδρά». Και τον δεύτερο, γιατί μπορούσε να πιει το ποτήρι του θανάτου το οποίο και ο Κύριος ήπιε.

Οι δώδεκα Απόστολοι που εξέλεξε ο Κύριος για να μυήσει στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, ώστε να συνεχίσουν αργότερα το έργον Του, ούτε μόρφωση είχαν ούτε από ανώτερη κοινωνική τάξη του Ιουδαϊσμού, προέρχονταν. Όλοι κατάγονταν από την πτωχή και καθυστερημένη πολιτιστικά Γαλιλαία, εκτός από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που προερχόταν από την Ιουδαία. Ήσαν άνθρωποι απλοί, βιοπαλαιστές, αλιείς στο επάγγελμα και τελώνες, αλλά με αγνά θρησκευτικά ενδιαφέροντα και με πίστη στον Θεό του Ισραήλ και στις Μεσσιανικές παραδόσεις. Οι υιοί του Ζεβεδαίου ήσαν σχετικά εύποροι, γιατί και πλοίο ιδιόκτητο είχαν 
και γνωριμίες με τους Αρχιερείς της Ιερουσαλήμ διατηρούσαν. Η εξωτερική τους εμφάνιση προξενούσε την εντύπωση ότι ήσαν άνθρωποι «αγράμματοι και ιδιώται» (Πράξ. δ', 13). Είχαν όμως την Αποστολικότητα: Ήσαν αυτόπτες και ακόλουθοι του Κυρίου, (γεγονός που συνιστά την εξωτερική μαρτυρία ενώπιον των ανθρώπων) και είχαν την άνωθεν κλήση και αποστολή (εσωτερικό γνώρισμα της αποστολικότητας). Τ' ανωτέρω σημαίνουν ότι η αυθεντία των Αποστόλων, κατά τη δράση τους στην Εκκλησία, στηριζόταν στον ίδιο τον Θεό. Έτσι συνέχισαν το έργο του Διδασκάλου τους κινούμενοι διαρκώς από πόλη σε πόλη και χειροτονούντες κατάλληλους διαδόχους.

Αυτούς τους δώδεκα ιερούς Απόστολους έχουμε χρέος όλοι οι Χριστιανοί να τιμούμε και να γεραίρουμε σαν φωστήρες του κόσμου, κήρυκες της ευσέβειας και καταλύτες της πλάνης. Και πάνω απ' όλα να τους γνωρίζουμε.

Πρώτος Απόστολος είναι ο Πέτρος,ο κορυφαίος των Αποστόλων, ο οποίος προηγουμένως ονομαζόταν Σίμων. Ήταν έγγαμος, ψαράς, αγράμματος, αδελφός του Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, από τη Βηθσαΐδα της Γαλιλαίας, υιός του Ίωνα (29 Ιουνίου).

Αυτόν τον Απόστολο μακάρισε ο Κύριος και τον ονόμασε Πέτρο, ενώ την πίστη του απεκάλεσε πέτρα πάνω στην οποία απεφάσισε να οικοδομήσει την Εκκλησία Του. «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά... συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. Ιστ΄, 17.18).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο πρώτα στην Ιουδαία και Αντιόχεια, ακολούθως στη Μικρά Ασία και κατέληξε στη Ρώμη. Επειδή εκεί ενίκησε με υπερφυσικό τρόπο το μάγο Σίμωνα, σταυρώθηκε από τον αυτοκράτορα Νέρωνα κατακέφαλα, (πάνω τα ποδιά - κάτω το κεφάλι), όπως ο ίδιος το ζήτησε και έτσι έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου, μεταξύ των ετών 66 και 69, αφού άφησε δύο καθολικές επιστολές στην Εκκλησία του Χριστού.

Δεύτερος2 είναι ο Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ο αδελφός του Πέτρου (30 Νοεμβρίου).

Υπήρξε ενωρίτερα Μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, αλλά τον εγκατέλειψε για να ακολουθήσει τον Χριστό. Προσέλκυσε και τον αδελφό του λέγοντας: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Θεωρείται Ιδρυτής της Εκκλησίας της Κων/πόλεως.

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο σε όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Μαύρης θάλασσας, Βιθυνίας και Βυζαντίου. Αργότερα μέσω Θράκης και Μακεδονίας κατήλθε μέχρι την Αχαΐα. Στην Πάτρα ενήργησε πολλά θαύματα και επειδή πολλοί επίστευσαν στον Χριστό ο Ανθύπατος της πόλεως Αιγεάτης εκάρφωσε τον Απόστολο του Χριστού σε ένα Σταυρό ανάποδα κι' εκεί παρέδωσε το πνεύμα του. Το λείψανό του μετά από πολλά χρόνια μεταφέρθηκε στο Ναό των Αγίων Απόστόλων Κωνσταντινουπόλεως.

4. Ο Άγιος Νικόδημος, δεύτερο Απόστολο, αναφέρει, τον Παύλο, το 
σκεύος εκλογής του Χριστού. Ο οποίος υπερνίκησε όλους τους Αποστόλους στο ζήλο της πίστεως και στους κόπους. Αυτός εκήρυξε τον Χριστό από Ιεροσολύμων μέχρι του Ιλλυρικού, όπως ο ίδιος αναφέρει και αφού έφθασε στη Ρώμη αποκεφαλίστηκε.

Τρίτος Απόστολος είναι ο Ιάκωβος, του Ζεβεδαίου,αδελφός του Ιωάννου του Θεολόγου (30 Απριλίου).

Είναι ο τρίτος της τριάδος Απόστολος, τον οποίον ο Κύριος ελάμβανε μαζί με τον Πέτρο και Ιωάννη ιδιαιτέρως στις προσευχές, αλλά και στη Μεταμόρφωσή Του.

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο σ' ολόκληρη την Ιουδαία, ο Ηρώδης όμως ο Αγρίππας για την πολλή παρρησία που είχε, τον εθανάτωσε με μαχαίρι το 44 και έτσι έγινε ο δεύτερος μάρτυρας της πίστεώς μας μετά τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο (34).

Τέταρτος είναι ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστήςκαι Θεολόγος, αδελφός του Ιακώβου (8 Μαΐου - κοίμηση και 26 Σεπτεμβρίου - μετάσταση).

Είναι ο Απόστολος που αγαπήθηκε από τον Χριστό «σφοδρά» και ο επιπεσών επί το στήθος Αυτού. Ο Ιωάννης έχει λάβει τα περισσότερα επίθετα: Απόστολος, Ευαγγελιστής, Θεολόγος, Μαθητής της αγάπης, Ηγαπημένος Μαθητής, Επιστήθιος, Παρθένος, Βοανεργές - υιός της Βροντής.

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία, Εξορίστηκε στην Πάτμο, όπου πλήθη άπιστων προσήλθαν στο Χριστιανισμό. Όταν επέστρεψε στην Έφεσο αναπαύθηκε εν ειρήνη (περίπου 95 χρονών). Ενωρίτερα μας άφησε το Ευαγγέλιό του, τρεις Καθολικές επιστολές και την Αποκάλυψη.

Πέμπτος Απόστολος του Χριστού είναι ο Φίλιπποςο από Βηθσαΐδα της Γαλιλαίας (14 Νοεμβρίου).

Είναι αυτός που είπε στο Ναθαναήλ «όν έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι Προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιω. α', 46).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μικρά Ασία (Λυδία και Μυσία) και στην Ιεράπολη μαζί με τον Βαρθολομαίο (Ναθαναήλ) και την αδελφή του Μαριάμνη. Μαρτύρησε τρυπημένος στους αστραγάλους και καρφωμένος σ' ένα ξύλο στην Ιεράπολη. Λόγω σεισμού που ακολούθησε οι συνοδοί του αφέθησαν ελεύθεροι.

Έκτος είναι ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ(11 Ιουνίου). Όταν ο φίλος του Φίλιππος του είπε για τον Χριστό τ' ανωτέρω και πλησίασε, ο Χριστός τον προϋπάντησε λέγοντας: «Ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ έστι» (Τω , α', 48).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο στους Ινδούς, οι οποίοι ονομάζονταν Ευδαίμονες και τους παρέδωσε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον. Από τους απίστους όμως σταυρώθηκε στην Ουρβανούπολη. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του και έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου.

Έβδομος Απόστολος είναι ο Θωμάςπου λεγόταν και Δίδυμος (6 Οκτωβρίου).

Είναι ο Μαθητής που για την απιστία του είπε ο Κύριος: «Μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιω. κ', 27) και αυτός ψηλαφώντας Τον είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (κ', 28).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στους Πάρθους, Μήδους, Πέρσες και Ινδούς. Ο Βασιλεύς των τελευταίων, επειδή ο Θωμάς εβάπτισε και τον υιό του, τον φυλάκισε και τελικά τον καταδίκασε σε θάνατο: Οι στρατιώτες τον κατατρύπησαν με τις λόγχες τους.

Όγδοος είναι ο Ματθαίος, ο Τελώνης, αδελφός του Ιακώβου του Αλφαίου (16 Νοέμβριου).

Είναι αυτός που ακολούθησε τον Χριστό αφού εγκατέλειψε «την υπηρεσίαν του». Μετά το μεγάλο δείπνο που προσέφερε στον Χριστό έγινε Απόστολος και Ευαγγελιστής. Το Ευαγγέλιό του το έγραψε στην Αραμαϊκή γλώσσα οκτώ χρόνια μετά την Πεντηκοστή, αργότερα όμως μεταφράστηκε στα Ελληνικά.

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο στους Πάρθους και Μήδους στους οποίους ίδρυσε Εκκλησία, μετά από πολλά θαύματα που έκανε σ' αυτούς, Τελικά θανατώθηκε από τους άπιστους δια πύρας.

Ένατος είναι ο Ιάκωβος ο υιός του Αλφαίου,αδελφός του Λευί δηλ. του Ματθαίου (9 Οκτωβρίου).

Λέγεται και Ιάκωβος ο μικρός, προς διάκριση από τον Ιάκωβο το μεγάλο, τον αδελφό του Ιωάννου, αλλά και προς διάκριση από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο.

Ο τόπος στον οποίο κήρυξε ο Απόστολος Ιάκωβος δεν είναι εξακριβωμένος. Αναγράφεται ότι εκήρυξε στα έθνη και ονομάστηκε σπέρμα θείο. Κηρύττοντας και ελέγχοντας τους απαίδευτους λαούς κρεμάστηκε σε σταυρό και έτσι παρέδωσε την Ψυχή του στον Θεό.

Δέκατος Απόστολος είναι ο Σίμων ο Κανανίτηςδηλ. ο Ζηλωτής, από την Κανά της Γαλιλαίας (10 Μαΐου).

Ο Σίμων άνηκε στο κόμμα των Ζηλωτών (που στα Αραμαϊκά ο ζηλωτής λέγεται Kanana και με Ελληνική κατάληξη Κανανίτης = Ζηλωτής) και διατήρησε την ονομασία του αυτή και ως Απόστολος, (όπως και ο Ματθαίος ο Τελώνης).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στη Μαυριτανία και γενικά στην Αφρική. Τελικά μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο.

Ενδέκατος είναι ο Ιούδας Ιακώβουτον οποίο ο Ματθαίος ονομάζει Λεββαίο ή Θαδδαίο (19 Ιουνίου).

Ο Ιούδας αυτός, διακρινόμενος από τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, τον προδότη, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη είναι αδελφός του Ιακώβου του Αδελφοθέου και επομένως υιός του Ιωσήφ του μνήστορος. Άρα είναι «αδελφός» του Κυρίου. (Άλλοι ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι αυτός δεν υπήρξε και Απόστολος, αλλά είναι άλλος με το ίδιο όνομα υιός ήαδελφός Ιακώβου). Λεββαίος σημαίνει θαρραλέος και Θαδδαίος (στα Αραμαϊκά) σημαίνει μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. Είναι συγγραφεύς της Καθολικής επιστολής Ιούδα.

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο στη Μεσοποταμία και εφώτισε τα ευρισκόμενα στη χώρα αυτή έθνη. Πήγε και στην Έδεσσα, όπου εθεράπευσε τον Τοπάρχη. Τελικά τον κρεμάσανε και τον θανάτωσαν με εκτοξευόμενα βέλη.

Δωδέκατος Απόστολος του Χριστού είναι ο Ματθίας,στη θέση του προδότη Ιούδα (9 Αυγούστου).

Μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι Απόστολοι, αφού επιλέξανε δύο, τους καταλληλότερους από τους εβδομήκοντα Αποστόλους, έβαλαν κλήρο «και προσευξάμενοι... έπεσεν ο κλήρος επί Ματθίαν και συγκατεψηφίσθη μετά των ένδεκα Αποστόλων» (Πράξ. α', 24-26).

Εκήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Αιθιοπία και αφού υπέμεινε πολλά βασανιστήρια από τους άπιστους παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού.

Οι ανωτέρω πανεύφημοι Απόστολοι, οι δώδεκα και οι ανήκοντες στον ευρύτερο κύκλο των εβδομήκοντα, μαζί με τις σεπτές Μυροφόρες και πιστές ακόλουθες του Κυρίου, αυτοί όλοι, που ήσαν εκατόν είκοσι (120) στον αριθμό (Πράξ. α', 15), πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν εβαπτίστηκαν με το βάπτισμαδι' ύδατος, αλλά εβαπτίστηκαν την ημέρα της Πεντηκοστής «εν Πνεύματι Άγιω».

Πρώτον γιατί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει φανερά ότι ο Ιησούς δεν εβάπτιζε «...Ιησούς αυτός ουκ εβάπτιζεν, αλλ' οι Μαθηταί αυτού» (Ιω. δ', 2) και δεύτερον γιατί ο μεν Πρόδρομος εκήρυξε λέγοντας για τον Κύριο: «Εγώ μεν ύδατι βαπτίζω υμάς... αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Λουκ , γ', 16), ο δε Χριστός το εβεβαίωσε λέγοντας: «Ιωάννης μεν εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Αγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (Πράξ. α', 5). Η υπόσχεση αυτή του Κυρίου πραγματοποιήθηκε την ήμέρα της Πεντηκοστής: «Και εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας... και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ' ένα έκαστων αυτών και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. β', 2-4). Γι' αυτό δεν χρειάστηκαν άλλο βάπτισμα. Το ίδιο πιστοποιεί και ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγοντας ότι το υπερώον στο οποίο κατήλθε το Άγιον Πνεύμα, έγινε κολυμβήθρα στην οποία βαπτίστηκαν όλοι οι Απόστολοι και οι λοιποί εκεί ευρισκόμενοι. Αλλά και ο Άγιος Χρυσόστομος, στην ερμηνεία του Ευαγγελίου, αναφέρει ότι οι Απόστολοι βαπτίστηκαν από το βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ

Οι τέσσερις Ευαγγελιστές συμβολίζονται με τέσσερα ζώα, διότι θεωρήθηκε ότι σ' αυτούς αναφέρεται η προφητεία του προφήτου Ιεζεκιήλ (α', 5-14). Σύμφωνα μ' αυτή ο Προφήτης είδε τον Θεό να κάθεται στο χερουβικό θρόνο και τις Αγγελικές δυνάμεις με μορφή τεσσάρων ζώων (ανθρώπου, λέοντος, μόσχου και αετού) να ψάλλουν: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ: πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου».

Η ερμηνεία της αλληγορίας αυτής από τους Πατέρες που ασχολήθηκαν με την αντιστοιχία των Προσώπων, δεν είχε πάντοτε την ίδια εφαρμογή. Τελικά έγινε αποδεκτή σ' 'Ανατολή και Δύση η ερμηνεία του Αγίου Ιερωνύμου, όπως αναπτύσσεται στη συνέχεια.

Ματθαίος (εκ των Δώδεκα 16 Νοέμβριου).

Ο πρώτος Ευαγγελιστής, όπου αγιογραφείται, παρουσιάζεται να έχει πλησίον του μία ανθρώπινη μορφή (άνθρωπος, ο βασιλιάς της δημιουργίας) το πρώτο από τα συμβολικά ζώα του Ιεζεκιήλ. Ο συμβολισμός αυτός αναφέρεται στο Ματθαίο, διότι το Ευαγγέλιο του αρχίζει από την κατά σάρκα γενεαλογία του Ιησού Χριστού.

Μάρκος (Μαθητής του Απ. Πέτρου, 25 Απριλίου).

Ο Ευαγγελιστής αυτός συμβολίζεται και αγιογραφείται με λέοντα (το βασιλιά των ζώων), το δεύτερο από τα ζώα της προφητείας. Ο συμβολισμός αυτός αναφέρεται στο Μάρκο, είτε διότι το Ευαγγέλιο του αρχίζει με τη διαβίωση του Πρόδρομου Ιωάννου στις ερήμους, όπου ζουν οι λέοντες, είτε διότι κύριο χαρακτηριστικό του Ευαγγελίου του είναι η βασιλεία του Χριστού καθώς και το ζώο αυτό είναι βασιλικό.

Λουκάς (Μαθητής του Απ. Παύλου, 18 Οκτωβρίου).

Το τρίτο από τα συμβολικά ζώα ο βούς (ο βασιλιάς των κατοικίδιων ζώων), αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Λουκά. Και μ' αυτό συμβολίζεται. Ο συμβολισμός αυτός αναφέρεται στο Λουκά, επειδή το Ευαγγέλιό του, αρχίζει από τη λατρεία του παλαιού νόμου, κατά την οποία τα θυσιαζόμενα ζώα ήσαν συνήθως βόδια.

Ιωάννης (εκ των Δώδεκα 8 Μαΐου).

Ο υψιπετής αυτός Ευαγγελιστής δεν μπορούσε παρά μόνο να συμβολιστεί με τον αετό (το βασιλιά των πτηνών). Ο συμβολισμός αυτός αναφέρεται στον Ιωάννη, διότι Θεολόγησε υψηλά την απερίγραπτη αιώνια γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού, ένεκα του οποίου επονομάστηκε και Θεολόγος.