ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ (ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ)

1) Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής λέγει τα ακόλουθα αξιοπρόσεκτα για την ελεημοσύνη: Όχι μόνο δια της ελεημοσύνης που γίνεται με χρήματα φαίνεται η διάθεσις της αγάπης, αλλά πολύ περισσότερο με το να μεταδίδεις στον άλλον λόγο Θεού. Ακόμη δε και με κάθε είδους εξυπηρέτηση. Εκείνος που πραγματικά έχει αποξενωθεί από τον κόσμο κι εξυπηρετεί τον πλησίον του με ειλικρινή αγάπη, γρήγορα θ’ απαλλαγεί από τα πάθη και θα γίνει συμμέτοχος της θείας αγάπης και γνώσεως.

Εκείνος που αγαπά τον Θεόν, αγαπά απαραιτήτως και τον πλησίον του. Αυτός δεν μπορεί να κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Οικονομεί τα πάντα όπως αρέσει στον Θεόν και δίδει με προθυμία ελεημοσύνη σ’ όσους έχουν ανάγκη. 

2) Ο Αββάς Θεόδωρος της Φέρμης, παρακάλεσε τον όσιο Παμβώ να του ειπεί έναν ωφέλιμο λόγο, που να τον θυμάται σ’ όλη του τη ζωή.

– Απόκτησε έλεος για όλους τους συνανθρώπους σου, Αββά Θεόδωρε, για να ’χεις παρρησία στο Θεό, του είπε ο άγιος Γέρων.

3) Ο Αββάς Ησαΐας συμβουλεύει ότι, όταν ελεήσεις τον πτωχό αδελφό σου, μη τον φωνάξεις να σε βοηθήσει στη δουλειά σου, για να μη χάσεις το μισθό της ευεργεσίας.

4) Ο Αββάς Νισθερώ, μια χειμωνιάτικη μέρα που το κρύο ήταν τσουχτερό, έβαλε πάνω από το συνηθισμένο του φόρεμα ένα χοντρό σάκο, για να πάει στην εκκλησία. Ένας άλλος ερημίτης, που τον συνάντησε στο δρόμο, τον ερώτησε πειραχτικά:

– Αν έλθει τώρα ένας φτωχός, Αββά, και σου ζητήσει ένα ρούχο, ποιο από τα δύο θα του δώσεις;

– Το πιο ζεστό, αποκρίθηκε ο Γέρων.

– Κι αν πιο πέρα σε ιδεί και δεύτερος και σου ζητήσει;

– Θα του δώσω ευχαρίστως και το άλλο και θα γυρίσω πίσω στο κελί μου, έως ότου στείλει ο Κύριός μου να με σκεπάσει, είπε γεμάτος εμπιστοσύνη στο Θεό ο Άγιος Γέροντας.

5) Ένας Άγιος Γέροντας έμενε με τον υποτακτικό του σε μια καλύβη, όχι μακριά από ένα κεφαλοχώρι. Κάποτε έπεσε στον τόπο μεγάλη δυστυχία κι ο φτωχός κόσμος πέθαινε σχεδόν από την πείνα. Πολλοί στην απελπισία τους πήγαιναν και κτυπούσαν στην καλύβη του ερημίτη. Εκείνος πάλι, που ήτο πολύ ελεήμων, έδινε με την καρδιά του απ’ ό,τι τύχαινε να έχει. Ο υποτακτικός όμως που έβλεπε με τρόπο το ψωμί τους να λιγοστεύει, είπε μια μέρα στενοχωρημένος στο Γέροντα:

– Αββά, δε μου ξεχωρίζεις τα ψωμιά που μου αναλογούν;

O άγιος Γέροντας χωρίς να ειπεί τίποτε, έδωσε τα ψωμιά στον υποτακτικό του κι εξακολούθησε να δίνει από τα δικά του στους φτωχούς. Μα κι ο Θεός που είδε την καλή του προαίρεση τα ευλόγησε, κι όσο εκείνος έδινε, τόσο αυτά επληθύνονταν.

Ο υποτακτικός στο μεταξύ έφαγε τα δικά του. Όταν πια δεν του έμειναν παρά λίγα ψίχουλα, πήγε στον Γέροντά του και τον παρακαλούσε να τρώνε πάλι μαζί. Εκείνος τον δέχτηκε χωρίς να φέρει αντίρρηση. Τώρα όμως είχαν αυξηθεί και οι ζητιάνοι, κι ο υποτακτικός άρχισε πάλι να δυσανασχετεί. Μια μέρα κτύπησε η πόρτα. Ήταν ο απαραίτητος φτωχός. Ο υποτακτικός κατσούφιασε.

– Δώσε του ένα καρβέλι, πρόσταξε ο Γέροντας, που έκανε πως δεν είδε το μορφασμό του.

– Μου φαίνεται πως δεν έχομε πια να φάμε ούτε εμείς, είπε φωναχτά ο υποτακτικός, για να τον ακούσει κι ο ζητιάνος.

– Πήγαινε και ψάξε καλά, πρόσταξε ο Γέροντας.

Σηκώθηκε εκείνος απρόθυμα να πάει στο κελαρικό. Μα τρόμαξε ν’ ανοίξει την πόρτα. Το βρήκε γεμάτο ως επάνω από καλοψημένα φρέσκα καρβέλια.

Από την ημέρα εκείνη απόκτησε μεγάλη εμπιστοσύνη στον άγιο Γέροντά του κι έγινε πρόθυμος στο ν’ ανακουφίζει τους φτωχούς.

6) Ένας καλός ιερεύς κάθε Κυριακή μετά τη Λειτουργία μάζευε τους φτωχούς της ενορίας του και τους μοίραζε τα χρήματα, που μάζευε το «κιβώτιο των πτωχών».

Μία Κυριακή πήγε μια γυναίκα με παλιά ξεσκισμένα ρούχα και με ύφος κακομοίρικο. Ο ιερεύς τη λυπήθηκε. Έβαλε το χέρι του στο κιβώτιο με την πρόθεση να της δώσει όσα χρήματα χωρούσε η παλάμη του. Όταν το τράβηξε έξω, είδε πως είχε πιάσει λίγα κέρματα. Βιάστηκε να της τα δώσει, γιατί πίσω της περίμενε άλλη να πάρει φιλοδώρημα. Αυτή φορούσε περιποιημένα φορέματα. Ο ιερεύς σκέφτηκε πως ήταν από εκείνες που χωρίς λόγο ζητιανεύουν. Θα της έδινε λίγα, για να μην την αφήσει να φύγει έτσι και της έμενε η ντροπή. Έβαλε πάλι το χέρι του στο κιβώτιο κι η φούχτα του γέμισε χρυσά νομίσματα.

Σαν ευλαβής που ήτο, κατάλαβε τη θεία επέμβαση. Ζήτησε λοιπόν πληροφορίες και για τις δύο εκείνες γυναίκες. Έμαθε τότε, πως η μία που φαινόταν καλοντυμένη, ήταν από καλή οικογένεια, που τελευταία από διάφορα ατυχήματα φτώχυνε και υπέφερε πολύ. Από αξιοπρέπεια φορούσε περιποιημένα ρούχα. Η άλλη έβαζε κουρέλια, όταν έβγαινε να ζητιανέψει, για να της δίνουν ευκολότερα.

7) Ένας σοφός γέροντας έλεγε ότι, υπάρχουν άνθρωποι που ενώ είναι πρόθυμοι να δίνουν ελεημοσύνη στους φτωχούς, ο πονηρός τους κάνει να ακριβολογούν στα ελάχιστα, για να τους αφαιρεί το μισθό της αγαθοεργίας.

Έτυχε να επισκεφθώ κάποτε ένα φίλο μου ιερέα, την ημέρα που μοίραζε ελεημοσύνη στους πτωχούς της ενορίας του. Ήρθε κατά σύμπτωση μια πτωχή χήρα και παρακάλεσε να της δώσει λίγο σιτάρι.

– Φέρε το σακούλι σου να σου βάλω, της είπε ο ιερεύς. Η γυναίκα το έφερε.

– Πολύ μεγάλο είναι, ευλογημένη, της είπε κάπως απότομα ο φίλος μου.

Εκείνη έγινε κατακόκκινη από τη ντροπή της, ίσως γιατί ήτο κι ένας ξένος μπροστά σ’ αυτή την προσβολή. Σαν έφυγε ρώτησα το φίλο μου:

– Δε μου λες, πάτερ, το πούλησες στη γυναίκα το σιτάρι;

– Όχι, το εχάρισα. Είναι από τις ελεημοσύνες.

– Αφού λοιπόν ήταν ελεημοσύνη, του είπα, ποία η ανάγκη ν’ ακριβοεξετάζεις το μέτρο και να λυπήσεις τη φτωχή; Μη ξεχνάς άλλωστε να λόγια του μακαρίου Παύλου, «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός».

8) Ο Αββάς Τιμόθεος, ο νέος πρεσβύτερος της σκήτης, είπε μια μέρα που συζητούσε με τον Όσιο Ποιμένα για μια γνωστή του γυναίκα στην Αλεξάνδρεια πως πόρνευε και το μισθό της τον έδινε ελεημοσύνη.

– Ο Θεός θα την ελεήσει και τελικά θα σωθεί, είπε ο Όσιος.

Ύστερα από λίγο καιρό ανέβηκε στη σκήτη η μητέρα του Αββά Τιμοθέου να ιδεί τον γιο της. Εκείνος τότε την ερώτησε για την αμαρτωλή γυναίκα.

– Εξακολουθεί δυστυχώς την ίδια ζωή, του είπε εκείνη. Η πελατεία της έχει πολύ αυξηθεί, αλλά κι αυτή έχει υπερβολικά αυξήσει τις ελεημοσύνες της.

Ο Αββάς Τιμόθεος το ανέφερε πάλι στον Όσιο Ποιμένα.

– Να είσαι βέβαιος πως οι ελεημοσύνες της θα τη σώσουν, είπε πάλι ο Όσιος.

Όταν ύστερα από πολλούς μήνες ξαναπήγε στη σκήτη, για δουλειά η μητέρα του Τιμοθέου, του είπε πως η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα, την είχε πολύ παρακαλέσει να την έπαιρνε μαζί της. Ήθελε, λέει, να ζητήσει από τους Γέροντες, να προσευχηθούν για την ψυχή της. Ο Αββάς Τιμόθεος τα είπε όλα αυτά στον Όσιο Ποιμένα. Εκείνος τον συμβούλεψε να πάει ο ίδιος στην πόλη να τη φέρει στον ίσιο δρόμο. Ο Πρεσβύτερος υπήκουσε και με τη βοήθεια της θείας Χάριτος, έφερε την παραστρατημένη γυναίκα σε μετάνοια.

9) Για τον Άγιο Μαρκιανό διηγούνται ακόμη –γιατί αγίασε ο καλός εκείνος ιερεύς της Αγίας Αναστασίας- ότι τις νύκτες γύριζε στις φτωχές συνοικίες της πόλεως και περιμάζευε τους εγκαταλειμμένους νεκρούς. Τους έπλενε με τα χέρια του, τους σαβάνωνε και τους πήγαινε στην εκκλησία, για να τους διαβάσει και να τους θάψει το άλλο πρωί. Κι είχε αποκτήσει τη συνήθεια να μην αφήνει μόνο στην εκκλησία το νεκρό, προτού τον ασπασθεί.

Κάποτε λοιπόν, έγινε αυτό το παράδοξο: Ο νεκρός ήταν ένας πολυβασανισμένος γέρος, χτυπημένος από τη ζωή. Έμοιαζε σαν να είχε αντικρίσει με ανακούφιση το θάνατο. Ο Άγιος Μαρκιανός τον περιποιήθηκε με όλη του την καρδιά, λες και το ένιωθε ο νεκρός. Τέλος, τον τοποθέτησε, όπως όλους, στο νεκροκρέββατο στο νάρθηκα της εκκλησίας. Έτοιμος να φύγει πια, γυρίζει στο νεκρό και του λέει:

– Έλα, αδελφέ μου, να φιληθούμε, σαν παιδιά του Χριστού.

Κι ο νεκρός με ευγνωμοσύνη, υπακούοντας στην πρόσκληση του ευεργέτου του, ανακάθισε στο φέρετρο, αντάλλαξε μαζί του αδελφικό ασπασμό κι έγειρε πάλι για τον αιώνιο ύπνο του. Ο Άγιος βγήκε αθόρυβα από την εκκλησία σαν να είχε συμβεί το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Μα κάποιος άλλος ιερεύς, που έτυχε να βρίσκεται την ώρα εκείνη στην εκκλησία, παρακολούθησε αθέατος την εκπληκτική σκηνή κι έτσι από στόμα σε στόμα διαδόθηκε σ’ ολόκληρη την πόλη.