ΩΦΕΛΙΜΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

1. Κάποιος από τους Πατέρες πήγε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρό του. Εκεί είδε έναν φτωχό που ήταν γυμνός, και επειδή τον σπλαχνίστηκε, του χάρισε το επανωφόρι του. Ο φτωχός όμως πήγε και το πούλησε. Όταν το έμαθε αυτό ο Γέροντας, λυπήθηκε και μετάνιωσε που του έδωσε το ένδυμα.Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα -σε όνειρο- ο Χριστός, φορώντας το επανωφόρι. Του λέει: «Μη λυπάσαι, να, φορώ αυτό που μου έχεις δώσει».

2. Ένας Γέροντας είπε:

«Το να υστερείς στο θέμα της αγάπης απέναντι των αδελφών προέρχεται από το ότι δέχεσαι τους λογισμούς που ξεκινούν από υποψία και εμπιστεύεσαι στα αισθήματά σου. Επιπλέον και από το ότι δεν θέλεις να παθαίνεις αντίθετα από ό,τι επιθυμείς. Εκείνο λοιπόν που σου χρειάζεται είναι με τη βοήθεια του Θεού, πρώτα πρώτα να μη δίνεις εμπιστοσύνη στις υπόνοιές σου και ύστερα με όλη σου την προθυμία και τη δύναμη να ταπεινώνεσαι ενώπιον των αδελφών, και να κόβεις για χάρη τους το θέλημά σου».

3.   Κάποιος αδελφός, που αδικήθηκε από άλλον αδελφό, ήλθε στον αββά Σισώη και του είπε:

«Αδικήθηκα από κάποιον αδελφό και θέλω να πάρω πίσω το δίκιο μου».

Ο Γέροντας όμως τον παρακαλούσε λέγοντας:

«Μη, τέκνον, καλύτερα άφησέ το στο Θεό το θέμα του δίκιου σου».

Κι εκείνος επέμεινε:

«Δεν θα σταματήσω την υπόθεση, ώσπου να πάρω το δίκιο μου πίσω».

Τότε ο Γέροντας του είπε:

«Ας σηκωθούμε για προσευχή, αδελφέ».

Και, αφού σηκώθηκε, είπε ο Γέροντας:

«Θεέ δεν σ΄ έχουμε πλέον ανάγκη να φροντίζεις για μας, γιατί εμείς οι ίδιοι παίρνουμε πίσω το δίκιο μας».

Μόλις λοιπόν το άκουσε αυτό ο αδελφός, έπεσε στα πόδια του Γέροντα λέγοντας:

«Συγχώρεσέ με, αββά, δεν θα ζητήσω πλέον το δίκιο μου από τον αδελφό».

4.   Είπε Γέροντας:

«Εάν κάποιος θυμηθεί αυτόν που τον έθλιψε ή τον περιφρόνησε ή τον κακολόγησε ή τον έβλαψε, οφείλει να τον φέρνει στη μνήμη του σαν γιατρό σταλμένο απ΄ τον Χριστό. Και έχει χρέος να τον θεωρεί ευεργέτη του.Διότι το ότι στενοχωρείσαι, είναι χαρακτηριστικό άρρωστης ψυχής, αν δεν ήσουν άρρωστος, δεν θα σε πείραζε. Οφείλεις να χαίρεσαι με τον αδελφό, διότι αυτός σου φανέρωσε την αρρώστια σου, και να εύχεσαι γι αυτόν ωσάν να πρόκειται για ένα θεραπευτικό φάρμακο που σου το’στειλε ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως νιώθεις μίσος γι αυτόν, είναι σαν να λες μέσα σου κατά του Χριστού: «Δεν θέλω να δεχτώ τα φάρμακά σου, θέλω να σαπίσω μέσα στα τραύματά μου».

5.   Είπε άλλη φορά:

«Αυτός που θέλει να γιατρευτεί απ’ τα φοβερά τραύματα της ψυχής, προκειμένου ν’απαλλαγεί απ’ την αρρώστια, οφείλει να υπομένει όσα θα του κάνει ο γιατρός. Γιατί ούτε κι αυτός που πάσχει σωματικά δέχεται ευχαρίστως να τον κόβουν ή να τον καυτηριάζουν ή να πάρει καθαρτικό, αλλά και μόνο πού τα θυμάται αηδιάζει. Όμως πείθει τον εαυτό του πώς χωρίς αυτό του είναι αδύνατον ν’ απαλλαγεί απ’ την αρρώστια. Και υπομένει όσα του κάνει ο γιατρός, γιατί γνωρίζει πώς δοκιμάζοντας προσωρινά κάτι όχι ευχάριστο, θα απαλλαγεί απ’την μακροχρόνια ασθένεια.

Όργανο του Χριστού που καυτηριάζει είναι αυτός πού σε προσβάλλει ή σε κακολογεί και σε απαλλάσσει απ’ την κενοδοξία. Καθαρτικό που σου στέλνει ο Χριστός είναι αυτός που σου προκαλεί υλική ζημία, γιατί σε απαλλάσσει απ’την πλεονεξία.

Και αυτός που αποφεύγει έναν πειρασμό απ’ τον οποίο θα έχει ωφέλεια, αποφεύγει ζωή αιώνια.

Και ποιος άλλος χάρισε στον Άγιο Στέφανο τέτοια δόξα, σαν αυτή που απέκτησε απ’αυτούς που τον λιθοβόλησαν;»

6. Είπε ο αββάς Αντώνιος στον αββά Ποιμένα ότι η σπουδαιότερη εργασία που έχει να κάνει ο άνθρωπος είναι να αναλαμβάνει την ευθύνη των σφαλμάτων του ενώπιον του Θεού και να αναμένει πειρασμό μέχρι τελευταίας του πνοής.

7. Είπε επίσης:

«Είδα όλες τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες πάνω στη γη και στενάζοντας είπα:

Ποιος άραγε μπορεί να τις προσπεράσει αυτές;

Και άκουσα μια φωνή να μου λέει: Η ταπεινοφροσύνη».

8. Ρωτήθηκε ο αββάς Αμμωνάς τι είναι «η στενή και τεθλιμμένη οδός». Και αποκρίθηκε:

«Η στενή και τεθλιμμένη οδός είναι να πολεμάει ο άνθρωπος τους λογισμούς του και να κόβει τα δικά του θελήματα από αγάπη για τον Θεό. Και αυτό σημαίνει το ρητό: Εγκαταλείψαμε εμείς τα πάντα και σε ακολουθήσαμε».