ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ)

>> Kάποιος φιλόπονος μοναχός, που αγωνιζόταν με όλες του τις δυνάμεις για την αρετή, κάποτε ατόνισε κι’ έπεσε σε αμέλεια. Γρήγορα όμως συνήλθε κι’ έλεγε στον εαυτό του:
-Tαλαίπωρε άνθρωπε, μέχρι πότε θα καταφρονής τη σωτηρία σου; Δε φοβάσαι τον θάνατο και την κρίσι;

Με τις σκέψεις αυτές γινόταν προθυμότερος στο έργον του Θεού.
Mιά μέρα, ενώ προσευχόταν, μαζεύτηκαν γύρω του τα πονηρά πνεύματα και πάσχιζαν να τον αποσπάσουν από την προσευχή.


-Mέχρι πότε θα με βασανίζετε; είπε μ’ αγανάκτησι ο αδελφός. Δε σας έφτασε τόσος χρόνος, που με είχατε ρίξει σε αμέλεια;
-Όταν ήσουν αμελής, δεν μας έδινες καμμιά ενόχλησι, αποκρίθηκαν με κακία οι δαίμονες, και σε παραμελούσαμε κι’ εμείς. Τώρα, που μας εναντιώνεσαι, σε πολεμούμε.
Σαν άκουσε αυτά ο αδελφός, εβίαζε πιο πολύ τον εαυτό του στον πνευματικό αγώνα και με τη Χάρι του Θεού πρόκοψε στην αρετή.

>> Αν πήρες πραγματική απόφασι να ζήσης στο εξής σύμφωνα με το θείο Νόμο, θα βρης βοηθό αυτόν τον Νομοθέτη, λέγει ένας Άγιος Πατήρ. Αν πάλι με τη θέλησί σου παραβαίνεις τις θείες εντολές, θα έχης συνεργάτη τον διάβολο.

Δείξε λοιπόν την καλή σου πρόθεσι, για να λάβης δύναμι από τον Θεό.

>> Τι να κάνω, Αββά, που με πειράζουν τα πάθη και οι δαίμονες; ρώτησε τον Όσιο Σισώη ένας νέος μοναχός.

-Μη λες πως πειράζεσαι από τους δαίμονες, τέκνον, αποκρίθηκε ο Γέροντας, γιατί οι πιο πολλοί πειραζόμεθα από τις κακές μας επιθυμίες.

>> Αρχάριος ακόμη στη μοναχική ζωή ο Μωϋσής ο Αιθίοψ, πολεμήθηκε από σαρκική επιθυμία. Πήγε τότε, ταραγμένος, να εξομολογηθή στον Αββά Ισίδωρο.
Ο Γέροντας τον άκουσε με συμπάθεια κι’ αφού του έδωσε τις συμβουλές που έπρεπε, του είπε να γυρίση πίσω στο κελλί του. Επειδή όμως εκείνος δίσταζε ακόμη, μήπως επιστρέφοντας του ανάψη πάλι η φλόγα της κακής επιθυμίας, ο Αββάς Ισίδωρος τον πήρε από το χέρι και τον ανέβασε σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που είχε πάνω από το κελλί του.
-Kύτταξε εδώ, του είπε, δείχνοντάς του προς τη δύσι.

Είδε τότε ο Μωϋσής ένα ολόκληρο στράτευμα από πονηρά πνεύματα με τεντωμένα τόξα, έτοιμα για πόλεμο και τρόμαξε.

-Κύτταξε τώρα προς την ανατολή, είπε πάλι ο Γέροντας.

Μυριάδες Αγγέλων σε στρατιωτική παράταξι ήσαν έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν τον εχθρό.
Όλοι αυτοί, του είπε ο Αββάς Ισίδωρος, είναι σταλμένοι από τον Θεό να βοηθήσουν τον αγωνιστή. Βλέπεις πως οι υπερασπισταί μας είναι πολύ περισσότεροι και ασυγκρίτως ισχυρότεροι από τους εχθρούς μας;

Ο Μωϋσής ευχαρίστησε με την καρδιά του τον Θεό γι’ αυτή την αποκάλυψι και παίρνοντας θάρρος, γύρισε στο κελλί του να συνεχίση τον αγώνα του.

>> Ένας Άγιος Ερημίτης είδε κάποτε τα πονηρά πνεύματα, σαν σμήνος από μελίσσι, να περικυκλώνουν τον άνθρωπο, για να τον παρασύρουν στο κακό. Κοντά του όμως στεκόταν ο φύλαξ Άγγελος της ψυχής του και με γυμνό σπαθί έδιωχνε τα δαιμόνια.

>> Ξεκίνησε μια μέρα ο Αββάς Μακάριος να πάη, όσο μπορούσε πιο βαθειά στην έρημο, για προσευχή και πνευματική μελέτη. Στο δρόμο συνάντησε ένα παράξενο πλάσμα, αναιδέστατο στην όψι, φορτωμένο με σωρό μικρά και μεγάλα δοχεία που το καθένα είχε κι’ από ένα φτερό. Παραξενεύτηκε ο Γέροντας από την ακατανόητη εκείνη μορφή και στάθηκε να την περιεργασθή.
Ο άλλος φανερά ενοχλημένος, του φώναξε με θυμό:
-Tί κάθεσαι και με κυττάζεις έτσι, μοναχέ; Έχεις καμμιά δουλειά στον τόπο τούτο, που δεν τόλμησε άνθρωπος ως τώρα να πατήση το πόδι του;

-Γυρεύω τον Θεό παντού, αποκρίθηκε με θάρρος ο Όσιος. Αλλά εσύ ποιός είσαι; Απόκοσμο μου φαίνεται το παρουσιαστικό σου και το φορτίο σου ακατανόητο.
Εκείνος τότε, χωρίς να θέλη, βιάστηκε να ομολογήση την αλήθεια, σπρωγμένος από ακατανίκητη δύναμι:
-Εγώ που βλέπεις, είμαι ο διάβολος και τούτα εδώ τα σύνεργά μου. Μ’ αυτά δελεάζω τους ανθρώπους και με ακολουθούν, κάνοντας όλα μου τα θελήματα.
Ο Αββάς Μακάριος επέμενε να τον ερωτά, μέχρις ότου ο σατανάς αναγκάστηκε να του φανερώση όλες του τις παγίδες.
-Όποιον βρω πρόθυμο στη μελέτη, τον αλείφω με το φτερό από το περιεχόμενο του δοχείου, που έχω στο κεφάλι μου. Τον πιάνει αμέσως πονοκέφαλος κι’ αφήνει στη μέση τη μελέτη. Εκείνον που θέλει ν’ αγρυπνίση, παίρνω από το δοχείο, που κρέμεται στα βλέφαρά μου, του βάζω λίγο στα μάτια και του φέρνω τόση νύστα, που τρέχει ευθύς στο στρώμα. Τα δοχεία, που βρίσκονται στ’ αυτιά μου, έχουν συνταγή κατάλληλη για παρακοή. Μ’ αυτή κυνηγώ τους υποτακτικούς. Από το περιεχόμενο του δοχείου, που κρέμεται στη μύτη μου, δίνω στους νέους, για να τους παρασύρω σε σαρκική επιθυμία. Από το δοχείο, που βρίσκεται στο στόμα μου, δίνω στους εγκρατείς, για να τους προκαλέσω λαιμαργία, σε άλλους πάλι, για να τους παρασύρω στην καταλαλιά και στην αισχρολογία. Το δοχείο, που φέρνω στο λαιμό μου, προξενεί υπερηφάνεια και υψηλοφροσύνη. Το άλλο, που βλέπεις στην κοιλιά μου, έχει μέσα αναισθησία κι’ ακολασία. Και τα υπόλοιπα φθόνο, φόνο, κλοπή κι’ όλα τ’ άλλα κακά. Μ’ αυτά βγάζω τους ανθρώπους από τον ίσιο δρόμο και τους οδηγώ όπου θέλω εγώ, μέχρις ότου τους παρασύρω στην απώλεια. Εσένα όμως δεν κατώρθωσα ούτε μια φορά να σε πλησιάσω, γιατί αδιάκοπα με πολεμάς.
Ο Αββάς Μακάριος έμεινε κατάπληκτος από τη μεγάλη ποικιλία που είχαν τα διαβολικά τεχνάσματα. Έκανε το σημείο του σταυρού επάνω του και είπε:
-Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού που σε καταργεί, διάβολε, δια μέσου των Αγίων Του. Όπως εφύλαξε εμένα από τις παγίδες σου, ας προφυλάξη και όλους εκείνους, που αγωνίζονται να τηρήσουν τις εντολές Του.

Καθώς έλεγε αυτά ο Όσιος, ο διάβολος εξαφανίστηκε σαν καπνός από τα μάτια του, ενώ εκείνος συνέχισε το δρόμο του με μεγάλη συλλογή.