ΤΙ ΘΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΟΥ;

Συνήθειο λες και το'χε πάλι η Βηθλεέμ να κοιμάται. Όταν συνέβαιναν τα μεγάλα του κόσμου μέσα στην αυλή της, εκείνη έπεφτε σε λήθαργο βαθύ.

Σάυτό “το σπίτι του άρτου”- γιατί Βηθλεέμ τούτο πάει να πεί- πριν πολλά χρόνια γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου! Κοντοζύγωναν πάλι Χριστούγεννα. Μέσα στη Βασιλική της Γεννήσεως που στεκόταν αγέρωχη, ένας μεγάλος Άγιος άναβε τα καντήλια στο ίερο σπήλαιο. Ο όσιος Ιερώνυμος. Ένας σεβαστός γέροντας με πλούσια χιονάτη γενειάδα και μάτια όλο λάμψη και φως. Σαν μικρό παιδί ζητούσε εκείνος να φροντίζει το σπήλαιο της Γεννήσεως. Και κάθε φορά ρίγη διαπερνούσαν το σώμα του.

Έτσι και σήμερα έσκυψε και με δάκρυα στα μάτια ασπάστηκε τον ιερό τόπο. Γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται θερμά. Προσευχήθηκε για τους φτωχούς και τους ανήμπορους. Αφού πέρασε ώρα αρκετή σήκωσε το κεφάλι. Στην ησυχία της νύχτας, η πιο γλυκιά φωνή του κόσμου ακούστηκε να καλεί τον Όσιο.

- “Ιερώνυμε...”

Σαν από ύπνο βαθύ να ξύπνησε ο Άγιος , κοίταξε μήπως κάποιος τον περιπαίζει . Όμως στον Ναό δεν βρισκόταν κανείς.

- “ Ιερώνυμε...”, ξανακούστηκε η φωνή. “Τι θα μου προσφέρεις για την ημέρα της Γέννησής Μου;”

- “ Κύριε...” απάντησε ο Όσιος, καταλαβαίνοντας τώρα από που ερχόταν η φωνή. “ Κύριε..., για Σένα τα έχω αφήσει όλα. Για την δική Σου αγάπη. Η καρδία μου ολόκληρη, η ζωή είναι δικιά σου. Τι άλλο έχω να σου προσφέρω;”

- “ Κι όμως, Ιερώνυμε”, ξανακούστηκε πάλι η φωνή του Χριστού. “ Έχεις κάτι ακόμα και το ξεχνάς. Το θέλω”.

- “Μα τι είναι αυτό;” απάντησε ο Όσιος . “ Πως θα είχα κάτι και να το κρατώ για μένα; Πες μου τι ξέχασα να Σου προσφέρω”.

Σιωπή απλώθηκε παντού.

Σε λίγο η φωνή ξανακούστηκε.

-”Ιερώνυμε, δος Μου τις αμαρτίες σου!”.

- “ Τις αμαρτίες μου, Πανάγιε Θεέ; Τι να την κάνεις τέτοια σιχαμερή προσφορά;”

-“ Μα γι' άυτές ήρθα στο κόσμο, Ιερώνυμε. Αυτές ζητώ από κάθε άνθρωπο, για να τον καθαρίσω”.

Η φωνή σταμάτησε και μια γλυκιά ευωδία πλημμύρισε το σπήλαιο μαζί και την καρδία του Οσίου.

Τούτο το δώρο θα έδινε στο Χριστό. Πιο ακριβό απ'όλου του κόσμου τα μαλάματα.

Από το βιβλίο: “ Μετά το Απόδειπνο...

ιστορίες ενός μοναχού.”

του Αρχιμ. Εφραίμ Παναούση.