1. Κάποιος από τους Πατέρες πήγε στην πόλη να πουλήσει το εργόχειρό του. Εκεί είδε έναν φτωχό που ήταν γυμνός, και επειδή τον σπλαχνίστηκε, του χάρισε το επανωφόρι του. Ο φτωχός όμως πήγε και το πούλησε. Όταν το έμαθε αυτό ο Γέροντας, λυπήθηκε και μετάνιωσε που του έδωσε το ένδυμα.Εκείνη τη νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα -σε όνειρο- ο Χριστός, φορώντας το επανωφόρι. Του λέει: «Μη λυπάσαι, να, φορώ αυτό που μου έχεις δώσει».

ΩΦΕΛΙΜΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

>> Kάποιος φιλόπονος μοναχός, που αγωνιζόταν με όλες του τις δυνάμεις για την αρετή, κάποτε ατόνισε κι’ έπεσε σε αμέλεια. Γρήγορα όμως συνήλθε κι’ έλεγε στον εαυτό του:
-Tαλαίπωρε άνθρωπε, μέχρι πότε θα καταφρονής τη σωτηρία σου; Δε φοβάσαι τον θάνατο και την κρίσι;

Με τις σκέψεις αυτές γινόταν προθυμότερος στο έργον του Θεού.
Mιά μέρα, ενώ προσευχόταν, μαζεύτηκαν γύρω του τα πονηρά πνεύματα και πάσχιζαν να τον αποσπάσουν από την προσευχή.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ)

Στα παλιά χρόνια, δηλαδή πριν από το 1800, υπήρχαν πολλοί ληστές, όπως είναι γνωστό, που στήνανε καρτέρι στα σταυροδρόμια, και λήστευαν τους περαστικούς. Κάποιος λοιπόν απ’ αυτούς τους αρχιληστές είχε βάλει μερικούς συντρόφους, να στήνουν το καρτέρι τους σε ένα σταυροδρόμι που ήταν αναγκαστικό πέρασμα για τους περαστικούς πεζοπόρους, από τη μια πόλη στην άλλη. Και όποιος περνούσε, είτε ήταν μόνος του, είτε ήταν δύο είτε τρείς, τους λήστευαν. Και μετά τους άφηναν να φεύγουν, δεν τους έκαναν κακό. Δεν τους τραυμάτιζαν, δεν τους κακοποιούσαν.

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΣΩΣΑΝ ΤΟΥΣ ΛΗΣΤΕΣ

Συνήθειο λες και το'χε πάλι η Βηθλεέμ να κοιμάται. Όταν συνέβαιναν τα μεγάλα του κόσμου μέσα στην αυλή της, εκείνη έπεφτε σε λήθαργο βαθύ.

Σάυτό “το σπίτι του άρτου”- γιατί Βηθλεέμ τούτο πάει να πεί- πριν πολλά χρόνια γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου! Κοντοζύγωναν πάλι Χριστούγεννα. Μέσα στη Βασιλική της Γεννήσεως που στεκόταν αγέρωχη, ένας μεγάλος Άγιος άναβε τα καντήλια στο ίερο σπήλαιο. Ο όσιος Ιερώνυμος. Ένας σεβαστός γέροντας με πλούσια χιονάτη γενειάδα και μάτια όλο λάμψη και φως. Σαν μικρό παιδί ζητούσε εκείνος να φροντίζει το σπήλαιο της Γεννήσεως. Και κάθε φορά ρίγη διαπερνούσαν το σώμα του.

ΤΙ ΘΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΜΟΥ;