ΔΩΡΗΣΑΙ ΜΟΙ ΤΟΥ ΟΡΑΝ ΤΑ ΕΜΑ ΠΤΑΙΣΜΑΤΑ...

"Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου". Η μεγάλη ευχή του αγίου Εφραίμ του Σύρου τελειώνει με το εξαιρετικά σημαντικό αίτημα: "δώρισε μοι του οράν τα εμα πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ότι ευλογήτός ει εις τους αιώνας των αιώνων".

Η κατάκριση των αδελφών είναι η πιο βαθιά ριζωμένη καθολική συνήθειά μας. Η κατάκριση του πλησίον είναι εκείνο με το οποίο είμαστε πάντα απασχολημένοι και αφήνουμε το σπουδαιότερο από όλα τα έργα μας, που είναι η εξέταση των παραπτωμάτων μας.

Αυτή τη συνήθεια δεν την έχει κανένας: από την αρχή της ημέρας μέχρι τη νύχτα σκεφτόμαστε για τα πάντα, ασχολούμαστε με όλα, δεν ασχολούμαστε μόνο με το πιο σημαντικό έργο, την εξέταση της καρδιάς μας. Με αυτό κανείς δεν ασχολείται, εκτός από ένα πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων που έχουν αφιερώσει τον εαυτό τους στο Θεό. Αυτοί έχουν την πιο σημαντική, κύρια ασχολία: αναζητούν τις ακαθαρσίες, τις αμαρτίες στην καρδιά τους. Όταν τις βρουν, εύκολα και γρήγορα απαλλάσσονται από αυτές γιατί, όταν βρουν κάποια ακαθαρσία στην καρδιά τους, θα σταθούν ενώπιον της και θα προσπαθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους να λυτρωθούν από αυτή. Όταν δουν παραπτώματα, μετανοούν και εξαγνίζονται από αυτά.

Να συγκρατήσετε στη μνήμη σας τους λόγους του αποστόλου Παύλου προς εμάς: "συ δε τί κρίνεις τον αδερφόν σου; Ή και συ τι εξουθενείς τον αδερφόν σου;  Πάντες γαρ παραστισόμεθα το βήματι του Χριστού" (Ρωμ. 14, 10). Όταν κατακρίνουμε τους άλλους, δεν ενθυμούμαστε, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι και εμείς είμαστε ένοχοι για αυτό το ίδιο. Και γνωρίζουμε ότι υπάρχει το κριτήριο του Θεού, όχι μόνο για τα διαπραχθέντα παραπτώματα, για τα οποία καταδικάζουμε τους πλησίον μας, αλλά και για την ίδια την κατάκριση: "λογίζει δε τούτο, ώ άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφέυξη το κρίμα του Θεού;" (Ρωμ. 2, 3). Εσένα τον ίδιο οδηγεί ο Κύριος στη μετάνοια και όχι στην κατάκριση των άλλων. Με τους άλλους να μην ασχολείσαι.

Θυμηθείτε πως έφεραν στον Κύριο τη γυναίκα που συνέλαβαν να μοιχεύει και ρώτησαν: "διδάσκαλε, εν τω νόμω Μωυσής ενετείλατω τας τοιαύτας λιθάζειν. Σύ ουν τί λέγεις;" (Ιωαν. 8, 5 - 6). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν απάντησε αμέσως. Κάθησε στον περίβολο του ναού και έγραφε κάτι με το δάχτυλο στην άμμο. Και μόνο όταν Τον ρώτησαν για δεύτερη φορά έδωσε την καταπληκτική απάντηση, που μόνο Αυτός μπορούσε να δώσει: "ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ αυτήν" (Ιωαν. 8, 7). Με μεγάλη ντροπή, κατεβάζοντας το κεφάλι χαμηλά άρχισαν να σκορπίζουν ο ένας μετά τον άλλον οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους δικαίους. Και ο Ιησούς έγραφε στην άμμο και τελικά σήκωσε το κεφάλι και ρώτησε: "πού είσιν; Ουδείς σε κατέκρινεν;" (Ιωαν. 8 , 10). Η γυναίκα απάντησε: "ουδείς Κύριε" και ο Ιησούς είπε: "ουδέ εγώ σε κατακρίνω˙πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε" (Ιωαν. 8, 11).

Πόσο καταπληκτική απαγόρευση της κατακρίσεως, πόσο καθαρά ο Κύριος είπε ότι πρέπει να σκεφτόμαστε πρώτα απ' όλα και περισσότερο απ' όλα τις δικές μας αμαρτίες. Όποιος είναι χωρίς αμαρτία ας ρίξει πρώτος την πέτρα. Εμείς δεν είμαστε χωρίς αμαρτία, επομένως δεν πρέπει να τολμούμε να ρίχνουμε την πέτρα στις κατακρίσεως στους άλλους όμως εμείς πετάμε πέτρες διαρκώς, κάθε μέρα και κάθε νύχτα ρίχνουμε πέτρες κατακρίσεως: "συ τις ει ο κρίνων αλλότριων ικέτην; Το ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει˙σταθήσεται δε˙ δυνατός γαρ έστιν ο Θεός στήσαι αυτόν. Πάντες γαρ παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού" (Ρωμ. 14, 4 και 10). Πρέπει να σκεφτόμαστε την προσωπική μας κρίση και να μην ασχολούμαστε με ξένες αμαρτίες. Βλέπετε πόσο ιερός και βαρυσήμαντος είναι αυτός ο νόμος.

Τι να κάνουμε, εάν δούμε άνθρωπο που αμαρτάνει φανερά, ο οποίος είναι άξιος κατακρίσεως; Ούτε και τότε δεν πρέπει να κατακρίνουμε, πρέπει να θέσουμε θύραν περιοχής περί τα χείλη μας, να μην κατακρίνουμε αυτόν που αμαρτάνει αλλά να τον λυπόμαστε, να θυμόμαστε τη δύσκολη απόκρισή του ενώπιον του Θεού και, σιωπώντας,  να υψώσουμε τη σύντομη προσευχή: Κύριε, συγχώρεσε τον. Και τότε ο δαίμονας της κατακρίσεως απομακρύνεται αυτοστιγμεί τρέχοντας. Γιατί οι δαίμονες φεύγουν με την προσευχή. Εάν λοιπόν κατακρίνουμε ο δαίμονας παραμένει και τότε και άλλη φορά θα κατακρίνουμε και χωρίς τέλος θα κατακρίνουμε.

Από που προέρχεται το πνεύμα της κατακρίσεως; Από την υπερηφάνεια, από το ότι πολλοί θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους και καλύτερους από τους άλλους. Συχνά συμβαίνει κατάκριση από ζήλια: ζηλεύουμε εκείνους που έλαβαν πνευματικά χαρίσματα, ενίοτε ακόμη και τους ανθρώπους που είναι απλά ευσεβείς και η ζήλια οδηγεί στην κατάκριση. Κατακρίνουμε από κακιά, από μίσος. Και η αγάπη είναι πολύ λίγη, η κακία όμως και το μίσος είναι πάρα πολύ τις καρδιές μας. Αυτή η κακιά, αυτό το μίσος μας ωθεί να κατακρίνουμε του πλησίον μας, ενώ κλείνει τα μάτια στις προσωπικές μας αμαρτίες και τα ελαττώματά.

Κατακρίνουμε τον άνθρωπο πολύ συχνά ακόμα και χωρίς να υπάρχει ζήλια˙ αυτό οφείλεται πολλές φορές στη συνήθεια της κατακρίσεως που έχει ριζώσει μέσα μας. Η κατάκριση, όπως και όλα τα υπόλοιπα πάθη, μας γίνονται συνήθεια, εάν διαρκώς κατακρίνουμε.

Όλα όσα κάνουμε συχνά, γίνονται συνήθειά μας. Εάν κάποιος έχει ζήλια, το μίσος κατέχει την καρδιά του, ριζώνει η συνήθεια να κατακρίνει και θα κατακρίνει πάντα, αδιάκοπα και ακούραστα.

Πρέπει να εκριζώσουμε αυτή τη συνήθεια, μη αφήνοντας τη να αυξηθεί μέσα μας. Πρέπει να συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας σε κάθε κατάκριση, να κατακρίνουμε τους εαυτούς μας για κάθε κατάκριση. Έχοντας κατακρίνει τον εαυτό μας μια - δύο φορές μαθαίνουμε να απέχουμε από αυτήν, παύουμε να κατακρίνουμε τους άλλους και προσηλώνουμε το πνευματικό βλέμμα στην ίδια την καρδιά μας.

Έτσι εκπληρώνουμε εκείνο, για το οποίο παρακαλούμε στην ευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου: "δώρισε μοι του οράν τα εμα πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων".

                 Αμήν.

Από το βιβλίο: Ο ΛΟΓΟΣ Ο ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

του Αγίου Λουκά,

Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας