ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Εάν δεν το επιβεβαίωνε ο ίδιος ο Κύριος στους μαθητές του, αν δεν το μαρτυρούσε το Πνεύμα το Άγιο μέσα στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, θα ήταν αδύνατο να το πιστέψουμε, ούτε καν και να το φανταστούμε. Ότι δηλαδή εμείς οι μικροί άνθρωποι θα μεταμορφωθούμε «εν δόξη», θα αξιωθούμε να απολαύσουμε και να κάνουμε δική μας τη δόξα του Χριστού.

«Οι δίκαιοι, είπε, εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτών» (Ματθ. ιγ΄ 43). Με την ανυπέρβλητη ακτινοβολία του ηλίου παρομοιάζει ο Κύριος τη δόξα των δικαίων. Θα λάμψουν όχι όσο ο ήλιος αλλά σαν τον ήλιο. Θα αποκτήσουν όμοια, αλλά πολύ μεγαλύτερη λαμπρότητα. Η δόξα του Θεού θα τους διαποτίσει, θα γίνουν θεοειδείς και θα λάμψουν λαμπρότερα από τον ήλιο. Αν υπήρχε κανένα άλλο φωτεινότερο σώμα, με εκείνο θα παρέβαλε ο Κύριος τη θεία λαμπρότητα των δικαίων, χωρίς και εκείνο να μπορέσει να το παραστήσει σε όλη της την έκταση. Στο όρος της Μεταμορφώσεως έλαμψε το πρόσωπο του Κυρίου σαν τον ήλιο. Άφησε να φάνει τόσο μόνο η δόξα του ώστε να μην υπερβαίνει την αντοχή των μαθητών. Και όμως οι μαθητές μπροστά στο άρρητο μεγαλείο του Διδασκάλου, μπροστά στην απαστράπτουσα εκείνη λαμπρότητα σκέπασαν τα μάτια τους και έπεσαν κάτω.

 Τρία περίπου χρόνια αργότερα, κάποιο μεσημέρι που ο ήλιος πλημμύριζε με φως και φλόγιζε τα πάντα, παρουσιάστηκε ο Κύριος λίγο έξω από τη Δαμάσκο στον Παύλο και η δόξα του ήταν ασυγκρίτως λαμπρότερη από την λαμπρότητα του ηλίου, ώστε ο Παύλος να χάσει το φως του μπροστά στο πρωτοφανές εκείνο φως. «Ημέρας μέσης, διηγείται ο ίδιος, είδον …ουρανόθεν υπερ την λαμπρότητα του ηλίου περιλάμψαν με φως… Και ουκ ενέβλεπον από της δόξης του φωτός εκείνο» (Πραξ. κστ΄13, κβ΄11). Το φως εκείνο ήταν αυτός ο Κύριος. Στο όρος της Μεταμορφώσεως έλαμψε σαν τον ήλιο. Έξω από τη Δαμασκό έλαμψε περισσότερο από τη λάμψη του ηλίου. Και όμως δεν παρουσιάστηκε με όλη του τη δόξα, διότι θα ήταν τόσο συντριπτική μέσα στο άπειρο μεγαλείο της η ένδοξη εμφάνιση του, ώστε ο Παύλος και όλοι θα έπεφταν αμέσως νεκροί.

Και στο όρο της Μεταμορφώσεως η ακτινοβολία της μορφής του, τα στίλβοντα ολόλευκα ενδύματά του, η ευλαβής εμφάνιση του Μωυσή και του Ηλία, η φωνή του Πατέρα, η ασύλληπτη μυστική παρουσία των αγγελικών ταγμάτων, όλα αυτά που εξέφραζαν τη δόξα του Κυρίου, εκδηλώθηκαν έως εκεί μόνο που άντεχαν οι μαθητές. Ποια είναι σε όλο της το βάθος και πλάτος η δόξα του Χριστού, κανένα ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να δει και καμία ανθρώπινη διάνοια δεν θα μπορέσει ποτέ να συλλάβει. Και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, όταν υπόδικος μπροστά στο Συνέδριο αντίκρισε ανοιχτούς τους ουρανούς και «είδε δόξαν Θεού και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών του Θεού» (Πραξ. ζ΄55,56) ακτίνες μόνο της θείας μεγαλειότητας αντίκρισε.

Πόσο υπέροχο και ασύλληπτο για αγγέλους και ανθρώπους θα είναι το θέαμα του ένδοξου Κυρίου μας, όταν συνοδευόμενος από όλους τους αγγέλους θα έρθει εν όλη «τη δόξη αυτού»

«επί θρόνου δόξης αυτού»! Είχε δίκιο ο απόστολος Παύλος να μιλάει για την υπερβάλλουσα δόξα και για τον ασύλληπτο πλούτο της δόξας του Χριστού.

Και αυτή τη δόξα θέλει ο Κύριος της δόξας να την δώσει σε μας τους αδελφούς του. «Πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν» (Ιωάν. ιδ΄ 2)έλεγε στους μαθητές του. Και σαν τόπο εννοούσε τη δόξα της βασιλείας των ουρανών. Θέλει να μας έχει πάντοτε κοντά του, αγαπητούς του αδελφούς με τους οποίους να συμμερίζεται την μακαριότητα και τη δόξα του ουρανού. Στον Παράδεισο ο Κύριος; Στη βασιλεία του Θεού, εκ δεξιών του Πατρός; Εκεί θέλει να έχει - και θα έχει – όλους τους πιστούς, όχι απλούς θεατές, αλλά συμμέτοχους της δόξας του.

Αλλά δε είναι αυτό μόνο. Το ακόμη περισσότερο καταπληκτικό είναι ότι αυτά τα θεία μεγαλεία θα είναι και δικά μας. Θα διαποτιστούμε και εμείς από τη δόξα εκείνου και θα είμαστε λαμπροί και ακτινοβόλοι όπως Εκείνος. «Αγαπητοί, λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, τώρα, όπως το Άγιο Πνεύμα και η συνείδησις μας πληροφορεί, γνωρίζομε ότι είμεθα τέκνα του Θεού. Αλλά δεν έχει ακόμα φανερωθεί τι θα είμεθα εις το μέλλον, εις την αιωνιότητα. Τούτο όμως γνωρίζομε καλά ότι, όταν ο Χριστός φανερωθεί εις όλην του την δόξαν, θα γίνομε και ημείς όμοιοι με αυτόν ένδοξοι.» (Α΄Ιωάν. γ΄2.Βλέπε και Ρωμ.η΄17,18 και εξής).

Σταματάει η σκέψη μας μπροστά στη απερίγραπτη αυτή δόξα που θα μας χαρίσει η αγάπη του Θεού.