ΕΧΑΣΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΑΛΛΑ ΚΕΡΔΙΣΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ!!

Υπάρχει ένας ανάπηρος άνθρωπος γεμάτος αισιοδοξία, τον οποίο έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Είναι ένας στρατιώτης που πληγώθηκε στον πόλεμο. Μια εχθρική σφαίρα διαπέρασε το σώμα του, τον πλήγωσε διπλά στη μέση του. Με κάλεσε να τον επισκεφθώ. Μπήκαμε μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Σε μια μεγάλη καρέκλα, με πλάτη δίπλα στο παράθυρο, καθόταν ο γνωστός μου. Με κοίταξε και μου είπε:

« Κάθομαι εδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ και παρατηρώ τη ζωή από το παράθυρο. Από το πρωί μέχρι το βράδυ και καμιά φορά από το ένα πρωί ως το άλλο πρωί. Ξέρετε πως εάν ένας άνθρωπος βρεθεί μέσα σ’ένα άδειο πηγάδι και από κει παρατηρήσει μέρα μεσημέρι τον ουρανό, θα δει τα αστέρια του ουρανού; Και εγώ παρατηρώ μέσα από το μισοσκόταδό μου τους ανθρώπους και μου φαίνονται σαν αστέρια λαμπερά που φέγγουν, κινούνται κυκλικά και αδιάκοπα. Όσο συμμετείχα στον στρόβιλο της ζωής δεν ήξερα ότι η ζωή είναι τόσο ωραία και τόσο γλυκειά. Από τότε που έχασα τα πόδια μου, κέρδισα τα μάτια μου. Ναι βλέπω αυτή την ζωή από τότε που κάθισα σ’αυτήν την καρέκλα. Η ζωή είναι ωραία και γεμάτη αρμονία.

Η αρρώστια δεν είναι μεγάλο κακό και ο θάνατος επίσης δεν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό κακό. Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου καθόλου. Δεν στηρίζουνε αυτά εμένα αλλά εγώ αυτά. Αλλά υπάρχει κάτι που στηρίζει εμένα όπως εγώ κρατώ τα παράλυτα πόδια μου. Αν δεν υπήρχε αυτό, θα ήμουν όλος παράλυτος. Αυτό που με κρατά είναι η εσωτερική ψυχική μου αισιοδοξία. Η ψυχή μου για καιρό ήταν παράλυτη. Η οπτική της ψυχής μου κυρίως ήταν παράλυτη, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει την ομορφιά και το νόημα αυτής της ζωής.

Η ψυχή μου περιφερόταν στο σκοτάδι και της φαινόταν όλος ο κόσμος σκοτεινός. Η μοναδική της δραστηριότητα ήταν η υποταγή στο σώμα, η σκλαβιά στο σώμα. Το σώμα μου έσερνε την ψυχή πίσω του, όπως τραβά ο κυνηγός τον σκύλο του από το λουρί. Η ψυχή μου χοροπηδούσε, χόρευε στην σκόνη και στη λάσπη, ακολουθώντας το σώμα, υπακούοντας πάντα στην θέληση του σώματος.

Ήμουν υγιής αλλά δεν το αισθανόμουν. Είχα μάτια αλλά δεν έβλεπα. Οι ακτίνες του ηλίου, ενώ με άγγιζαν χαρούμενα, εγώ κατσούφιαζα και δεν τις έβλεπα. Τα αστέρια με έβλεπαν, αλλά εγώ τα απεχθανόμουν και τα φοβόμουν. Ήμουν σαν τυφλοπόντικας, που κάποιος με έβγαλε έξω στο φως και στον αέρα και μπερδεμένος τριγύριζα από δω και από κει. Τρέμοντας έσκαβα τη γη για να ξεφύγω από τον ήλιο και να χωθώ πάλι στο σκοτεινό χώμα της γης.

Δόξα τω Θεώ έγινε αυτός ο πόλεμος! Και δόξα τω Θεώ ο εχθρός με αυτόν τον τρόπο με έκανε παράλυτο! Αυτός ο εχθρός είναι για μένα ο μεγαλύτερος ευεργέτης. Έχασα τα πόδια αλλά κέρδισα την ψυχή. Πόσο μεγάλη είναι η σοφία του Θεού! Χρησιμοποιεί και τα πιο αυστηρά μέσα για το καλό μας. Εγώ έδωσα μόνο τα πόδια μου για την ψυχή. Που να ξέρετε πόσο περισσότερο αξίζει η ψυχή από τα πόδια!

Από τότε που κάθομαι σ’αυτήν την καρέκλα και παρατηρώ τον κόσμο από το παράθυρο, τακτοποίησα τις σκέψεις μου και τα αισθήματά μου. Για πολύ καιρό μέσα στο κεφάλι μου και στην καρδιά μου επικρατούσε το χάος. Ο άνθρωπος βρίσκει την αρμονία στην ζωή και στον κόσμο, μόνο όταν την βρει μέσα του. Αυτήν την εσωτερική αρμονία μόλις τώρα την βρήκα. Απομάκρυνα το χάος και τον φόβο από μέσα μου. Παλιά αισθανόμουν φόβο ακόμη και για ένα απλό συνάχι. Σήμερα υπάρχουν δίπλα μου δύο παράλυτα πόδια, που κάποτε ήταν βασικά μέλη του σώματος μου, και δεν φοβάμαι καθόλου. Μια ανατροπή συνέβη μέσα στην ψυχή. Τώρα που έγινα πιο άσχημος, ο κόσμος μου φαίνεται πιο όμορφος. Όταν με συμπονά όλος ο κόσμος, τότε αρχίζω να λυπάμαι όλο τον κόσμο».

Έτσι μου μίλησε ο παράλυτος άνθρωπος.      

                                                                           Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς