Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Στα μέρη της Παλαιστίνης ζούσε ένας ιερομόναχος, ο Ζωσιμάς. Ήταν πολύ ευσεβής γέροντας και τόσο ακουστός για την αρετή του, ώστε πολλοί μοναχοί από τα γύρω μοναστήρια πήγαιναν να ακούσουν από το στόμα του πνευματικά λόγια. Στο μοναστήρι που ασκήτευε έζησε πενήντα τρία χρόνια. Και τότε του ήρθε η  σκέψη: «Άραγε υπάρχει κανείς που να μπορεί να με διδάξει ασκητικά έργα; Υπάρχει κανείς που να είναι σε όλα τέλειος και να μην του έλειψε τίποτα;

Αλήθεια, υπάρχει κανείς που να είναι καλύτερός μου στην αρετή πέρα μακριά στην έρημο; Αυτά σκεφτόταν ο γέροντας, όταν παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Ζωσιμά, αν και οι αρετές του είναι πολλές, πηγαίνει στον Ιορδάνη ποταμό, στο μοναστήρι που είναι εκεί κοντά, και τότε θα γνωρίσεις άλλους καλύτερους από σένα».

Ο γέροντας ξεσηκώθηκε αμέσως να πάει σε εκείνο το μοναστήρι. Όταν έφτασε, έβαλε μετάνοια και έμεινε εκεί. Οι μοναχοί αυτής της μονής συνήθιζαν την Καθαρή Δευτέρα να φεύγουν και να πηγαίνουν στην έρημο, ο καθένας χωριστά, και έμειναν μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. Εκείνη τη φορά μαζί τους έφυγε και ο Ζωσιμάς, και πέρασαν τον Ιορδάνη. Κάποια στιγμή, όταν χωρίστηκαν, του ήρθε η σκέψη να προχωρήσει πιο βαθιά στην έρημο, μήπως και βρει κανένα γέροντα σκεφτεί να ακούσει λόγια του Θεού από κείνον.

Πολλή ώρα πέρασε βαδίζοντας, όταν ήρθε πια η ώρα να διαβάσει την ακολουθία του. Στράφηκε προς την ανατολή και άρχισε να προσεύχεται. Καθώς στεκόταν, του φάνηκε σαν να είδε μία ανθρώπινη σκιά και νόμιζε πως ήταν φάντασμα. Τρομαγμένος σταυροκοπήθηκε αμέσως!

Όταν τελείωσε την ακολουθία του, είναι πλέον καθαρά κάποιον να περπατά προς τα δεξιά του. Το σώμα του ήταν κατάμαυρο και τα μαλλιά του άσπρα σαν βαμβάκι, που έφταναν μέχρι τους ώμους. Μόλις τον είδε ο γέροντας, χάρηκε πολύ, γιατί επιτέλους είχε βρει κάποιον να μιλήσουν. Έτσι άρχισε να τρέχει ξοπίσω του. Ο άλλος, σαν είδε τον Ζωσιμά να τον κυνηγά, έτρεχε ακόμα περισσότερο. Αλλά και ο Ζωσιμάς, αν και γέροντας, συνέχισε να τρέχει ακόμα πιο πολύ! Όταν τον πλησίασε τόσο όσο να ακουστεί η φωνή του, κλαίγοντας φώναξε: "Δούλε του Θεού, γιατί με αποφεύγεις εμένα τον αμαρτωλό; Στάσου να με ευλογήσεις! Για όνομα του Θεού, σταμάτα! Γέροντας είμαι και δεν αντέχω να τρέξω άλλο!»Ο γέροντας, τρέχοντας και φωνάζοντας, έφτασε σε ένα μέρος σαν μικρό ξεροπόταμο. Ο άλλος συνέχισε, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας, μα ο Ζωσιμάς δεν μπορούσε να περάσει και άρχισε να κλαίει πιο γοερά.

Ο άγνωστος τότε στάθηκε και του είπε: «Συγχώρεσέ με, αββά Ζωσιμά, για χάρη του Ιησού Χριστού. Γυμνή είμαι, όπως βλέπεις, και επιπλέον είμαι γυναίκα, για αυτό και δεν μπορώ να σε πλησιάσω. Αν θες όμως να σταθώ, πέταξε μου κάτι να ντυθώ και τότε θα ρθω να μου δώσεις την ευχή σου". Όταν Ζωσιμάς άκουσε να τον καλεί με το όνομά του, έμεινε έκπληκτος και κατάλαβε πως εκείνη είχε προφητικό χάρισμα. Της πέταξε λοιπόν ένα παλιοράσο, την πλησίασε και της έβαλε μετάνοια. Αλλά και εκείνη αντίστοιχα έβαλε μετάνοια και για πολλή ώρα έμειναν και οι δύο γονατιστοί, λέγοντας ο ένας στον άλλο: «ευλόγησε με, δούλε του Θεού". Αφού πέρασε αρκετή ώρα, του λέει η γυναίκα:

- Αββά Zωσιμά, έτσι πρέπει να με ευλογήσεις. Εσύ είσαι ο ιερέας του Υψίστου Θεού. Εσύ στάθηκες πολλές φορές στο Άγιο Βήμα και Τον παρακάλεσες για τις αμαρτίες των άλλων. Εσύ λοιπόν να με ευλογήσεις.

- Αγία του Θεού, το χάρισμά σου είναι μεγαλύτερο από το δικό μου. Φαίνεται πως όχι μόνο ξέρεις το όνομά μου, αλλά και πως είμαι ιερέας. Σε παρακαλώ εσύ να με ευλογήσεις.

Αφού κατάλαβε η γυναίκα πως ο Ζωσιμάς δεν πρόκειται να την ευλογήσει, σηκώθηκε και του είπε: «O Θεός ο άγιος, που αγαπά τη σωτηρία των ανθρώπων, Εκείνος να σε ευλογήσει". Ο Ζωσιμάς τότε σηκώθηκε κι η γυναίκα συνέχισε:

- Αββά, γιατί κόπιασες και ήρθες μέχρι εδώ να δεις μία γυναίκα τόσο αμαρτωλή; Αφού όμως σε έφερε ο Θεός εδώ, πες μου. Πώς τα πάνε οι χριστιανοί; Τι γίνεται, έξω στον κόσμο; Οι βασιλιάδες βασιλεύουν; Υπάρχει η Εκκλησία του Χριστού;

- Όλα είναι καλά, με την ευχή σου, αγία μητέρα. Προσευχήσου στον Θεό για κείνους, μα και για μένα, που τόσο κουράστηκα με το περπάτημα ο αμαρτωλός.

- Αββά Ζωσιμά, εσύ πρέπει να Τον παρακαλέσεις για μένα, όμως θα υπακούσω σε αυτό που ορίζεις.

Η Αγία τότε στάθηκε και προσευχήθηκε για πάρα πολλή ώρα. Φωνή όμως από το στόμα της δεν έβγαινε καμία, ενώ ο γέροντας έπεσε γονατιστός στη γη και έλεγε το "Κύριε ελέησον".

Έπειτα από αρκετή ώρα σήκωσε τα μάτια του και αντίκρισε τη γυναίκα να ίπταται μια πήχη πιο ψηλά από τη γη! Μόλις την είδε, πάλι τρόμαξε και νόμιζε πως ήταν φάντασμα δαιμονικό που προσποιείται πως προσεύχεται. Η γυναίκα γύρισε και του είπε: "Τι συμβαίνει,  Ζωσιμά; Τι σκέφτεσαι; Νομίζεις πως είμαι φάντασμα; Γυναίκα είμαι, η πιο αμαρτωλή από όλες". Στη συνέχεια σταύρωσε όλο της το σώμα και συνέχισε: "Αββά Ζωσιμά, Ο Θεός να μας απαλλάξει από τις πονηριές του Διαβόλου". Εκείνος τότε έπεσε ξανά στη γη και με δάκρυα ποτάμια άγγιξε τα πόδια της και της είπε: "Σε εξορκίζω, δούλη του Χριστού, του αληθινού Θεού! Πες μου, πώς βρέθηκες σε αυτήν εδώ την έρημο; Από που είσαι; Τι συνέβη και αποφάσισες να ασκητέψεις; Πόσο καιρό βρίσκεσαι εδώ; Πες τα μου όλα, για τον Θεό, και μη μου κρύψεις τίποτα. Πιστεύω πως ήταν θέλημα Θεού που βρέθηκα εδώ και σε είδα. Να σ΄ακούσω και να ωφεληθούν από τα λόγια σου. Αν ο Θεός δεν το ήθελε, δεν θα περπατούσα τόσο δρόμο εγώ ο γέρος και ανήμπορος, που ποτέ δεν βγήκα από το κελί μου".

Η αγία άκουσε τα λόγια του, είδε τα δάκρυά του και του είπε: "Αββά Ζωσιμά, ντρέπομαι η αμαρτωλή να διηγηθώ τις πράξεις μου. Είναι πραγματικά αισχρές, αλλά θα της εξομολογηθώ  σήμερα στην αγιοσύνη σου".

«Τίμιε γέροντα, εγώ κατάγομαι από την Αίγυπτο. Όταν ακόμη ζούσαν οι γονείς μου και εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, έφυγα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Σε αυτή την πόλη έζησα σαν πόρνη δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Είχα βουλιάξει τόσο πολύ στον βούρκο της αμαρτίας, που σταμάτησα να παίρνω χρήματα, προκειμένου να έρχονται σε μένα όσο το δυνατόν περισσότεροι.  Ήμουν πολύ φτωχή, για αυτό έγνεθα τη ρόκα και γενικά έκανα ό,τι δουλειά μου τύχαινε.

Μία μέρα πήγα στην παραλία και βρέθηκα μπροστά σε πλήθος κόσμου, που έμπαιναν σε ένα μεγάλο πλοίο. Ρώτησε κάποιον από αυτούς για πού πήγαιναν και εκείνος μου είπε:

- Στα Ιεροσόλυμα πάμε, γιατί πλησιάζει η γιορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού.

- Άραγε θα μπορούσατε να με πάρετε μαζί σας;

- Αν έχεις τα ναύλα, κανείς δεν θα σε εμποδίσει.

- Χρήματα δεν έχω.  Έχω όμως το σώμα μου και για να τραφώ και για να βρω τα ναύλα για τα Ιεροσόλυμα.

Εκείνος μόλις με άκουσε, έφυγε γελώντας.  Εγώ, αββά Ζωσιμά, όχι πως ήμουνα ευσεβής και ήθελα να πάω εκεί, απλώς ήθελα να βρεθώ και με άλλους για να ικανοποιήσω τις επιθυμίες μου, Αχ, αββά μου, μη με πιέσεις να πω περισσότερα! Ακόμα και τον αέρα που αναπνέω μολύνω με τα λόγια μου, και την ίδια τη γη που πατώ". 

Αυτό είπε η αγία και σώπασε, ενώ ο γέροντας της είπε:

- Διηγήσου μου, οσία μητέρα, την ιστορία μέχρι το τέλος. Μη μου κρύψεις τίποτα!

- Αββά, αφού το θέλεις τόσο πολύ, θα σου τα πω όλα. Μετά τη συνομιλία μου με τον άγνωστο παράτησα τη ρόκα μου και έτρεξα σε ένα από τα πλοία που θα έφευγαν. Βλέπεις, υπήρχαν πολλά Πλοία που σάλπαραν για αυτό τον σκοπό. Καθώς ανέβαινα στο πλοίο, είδα δέκα όμορφους νέους να μπαίνουν και τους είπα: "Πάρτε με και εμένα μαζί σας, και εγώ θα σας ξεπληρώσω τα ναύλα με το σώμα μου". Αμέσως τότε με πήραν στο πλοίο. Το τι έκανα εκεί ντρέπομαι να στο πω... Αναρωτιέμαι αλήθεια πως δεν άνοιξε η θάλασσα να μας καταπιεί όλους! Ο Θεός όμως περίμενε την μετάνοια μου...

Όταν φτάσαμε και βγήκα από το πλοίο, σα να μη μου έφταναν οι αμαρτίες μου, γύρεψα να βρω κι άλλους εραστές. Την ημέρα της Ύψωσης έκανα τη βρώμικη δουλειά μου όπως συνήθως. Είδα τους ανθρώπους τη νύχτα να πηγαίνουν στην εκκλησία και τους ακολούθησαν και εγώ, μόνο και μόνο για να βλέπω τους νέους. Όταν όμως προσπάθησα να μπω μέσα, με έσπρωχναν και δεν με άφηναν. Όλοι είχαν μπει πλέον στην εκκλησία, εκτός από μένα. Τρεις-τέσσερις φορές προσπάθησα να τρυπώσω, μα δεν τα κατάφερα. Εκείνη τη στιγμή στάθηκα παράμερα και κατάλαβα πως δεν μπόρεσα να μπω εξαιτίας των αμαρτιών μου και άρχισα να κλαίω.

Από πάνω μου βρισκόταν μία εικόνα της Παναγίας, που μόλις την αντίκρισα, με δάκρυα της είπα: "Παρθένα και Δέσποινά μου, Θεοτόκε, εσύ που γέννησες τον κύριό μας Ιησού Χριστό! Ξέρω πως δεν μπορώ να αντικρίσω την άγια εικόνα σου, αφού είμαι αμαρτωλή. Όμως ο Θεός έγινε άνθρωπος ακριβώς για να μας σώσει και να μας βοηθήσει να μετανοήσουμε. Σε παρακαλώ, βοήθησε και εμένα να μπω στην εκκλησία και να δω το Τίμιο Ξύλο της Σταύρωσής του, γιατί για όλων μας τις αμαρτίες έχυσε το αίμα Του. Και αν τα καταφέρω, σε παρακαλώ να εγγυηθείς εσύ για μένα στο παιδί σου πώς δε θα μολύνω πια το σώμα μου.  Αν γίνουν όλα έτσι, όταν θα βγω από την εκκλησία, θα πάω όπου εσύ με οδηγήσεις". Αυτά είπα και ξαλάφρωσα λίγο. Έπειτα χώθηκα ανάμεσα στον κόσμο κι έτσι κατάφερα να μπω στην εκκλησία. Κανείς πια δεν με εμπόδισε όπως την πρώτη φορά.

Αμέσως μόλις κοίταξα το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού, με έπιασε φόβος και τρόμος! Έπεσα κάτω στη γη και με δάκρυα το προσκύνησα. Μετά έτρεξα πάλι στην εικόνα της Παναγίας και της είπα με αναφιλητά: "Παναγία μου Παρθένα, ευχαριστώ που δεν με περιφρόνησες και αξίωσες εμένα την αμαρτωλή να δω αυτό που τόσο πολύ ποθούσα! Δέσποινα μου, δείξε μου τώρα το δρόμο για τη σωτηρία μου. Εσύ να γίνεις η οδηγήτριά μου! Εσύ που έγινες εγγυήτριά μου, εσύ και να με καθοδηγήσεις να γίνω αρεστή στο παιδί σου". Καθώς την παρακαλούσα, άκουσα μία φωνή: "Σαν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη παρηγοριά". "Δέσποινα, Δέσποινα, μη με εγκαταλείψεις!» φώναξα και έφυγα για τον Ιορδάνη ποταμό.

Στον δρόμο συνάντησα έναν χριστιανό που μου έδωσε τρία νομίσματα, για χάρη του Χριστού, και με αυτά αγόρασα τρία ψωμιά. Ρώτησα ποιο δρόμο να πάρω και στη συνέχεια άρχισε να βαδίζω κλαίγοντας. Αργά το βράδυ έφτασα στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που ήταν κοντά στον ποταμό. Εκείνη τη μέρα μετάλαβα στο μοναστήρι, έφαγα το μισό ψωμί, ήπια νερό από το ποτάμι και έπεσα να κοιμηθώ. Όταν ξημέρωσε, κατέβηκα στην όχθη και βρήκα ένα πλοιάριο με το οποίο πέρασα απέναντι και ήρθα μέχρι εδώ, αββά Ζωσιμά.

- Πόσα χρόνια ζεις εδώ στην έρημο;

- Σαράντα χρόνια, αββά μου.

- Και πού έβρισκες την τροφή σου μέχρι σήμερα; Πώς τα κατάφερες τόσο χρόνια;

- Δυόμισι ψωμιά είχα όταν πέρασα τον Ιορδάνη και τόσο ξεράθηκαν, που έγιναν στην πέτρα. Αυτά έτρωγα λίγο-λίγο και χόρτα της ερήμου.

- Πώς πέρασες όλα αυτά τα χρόνια; Είχες κανέναν πειρασμό από τον Διάβολο ή όχι;

- Αββά Ζωσιμά, με ρώτησες κάτι που φοβάμαι και να στο πω! Αν θυμηθώ τους άπειρους πειρασμούς που υπέμεινα, τρέμω μήπως και τους υποστώ πάλι!

- Σε παρακαλώ, δούλη του Χριστού, του αληθινού Θεού! Μην αφήσεις τίποτα! Πες τα μου όλα, για την αγάπη Του!

- Πίστεψέ με, αββά, δεκαεφτά χρόνια πολεμούσα τους πειρασμούς σε αυτήν εδώ την έρημο. Σαν άρχιζα να τρώω, θυμόμουν το κρέας και τα ψάρια που είχα στην Αίγυπτο. Σπάραζε η καρδιά μου,  γιατί εδώ δεν είχα ούτε νερό να πιω! Μετά θυμόμουν τα τραγούδια που ήξερα και άρχισα να τραγουδάω. Αμέσως τότε αναλογιζόμουν τις αμαρτίες μου, θυμόμουν την εγγυήτρια Παναγία και ξέσπαγα σε κλάματα η δύστυχη.... Αμέσως όμως επικαλούμουν το όνομά της, με πλημμύριζε ολόλαμπρο φως και όλες οι κακές σκέψεις εξαφανίζονταν. Τι να σου πω, αββά μου, για τη φλόγα της πορνείας που έκαιγε την καρδιά μου... Σαν μου έρχονταν όμως αυτές οι σκέψεις, έπεφτα με δάκρυα στη γη και δεν σηκωνόμουν μέχρι να με πλημμυρίσει και πάλι εκείνο το φως και να σκορπίσει το κακό. Τέτοιοι ήταν οι πειρασμοί, αββά, που με ενοχλούσαν για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια, όπως σου είπα. Από τότε όμως μέχρι σήμερα, με τη βοήθεια της Παναγιάς, δεν ενοχλήθηκα ξανά.

- Και από τότε δεν επεθύμησες τροφή ή ρούχα;

- με τα ψωμιά τρεφόμουν τα δεκαεφτά χρόνια και μετά έτρωγα τα χορτάρια της γης. Η φορεσιά που είχα την αρχή καταστράφηκε και έμεινε γυμνή. Το πρωί έλιωνα από τη ζέστη και το βράδυ παγώνα τόσο από το κρύο, που μερικές φορές έπεφτα κάτω σαν πεθαμένη. Όμως ο Θεός που μας είπε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με άρτο (βλ. Ματθ. δ΄4 και Λουκ. δ'4), αυτός με έτρεφε και με σκέπαζε, όπως τα σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό.

Ο Ζωσιμάς, ακούγοντας να μιλά για τις θείες Γραφές, τι ρώτησε:

- Ήξερες από παλιά γράμματα, αγία; Ή μήπως σου τα έμαθε κανείς;

- Αββά Ζωσιμά, εγώ άνθρωπο δεν συνάντησα από τότε που ήρθα εδώ, εκτός από την αγιοσύνη σου. Ούτε καν ζώο ή θηρίο. Ούτε ήξερα, μα ούτε και έμαθα ποτέ γράμματα. Ο Θεός που χαρίζει τη γνώση στους ανθρώπους, Αυτός μου δίδαξε τα λόγια αυτά. Για αυτό, αββά μου, πάντα να Τον παρακαλάς για μένα την αμαρτωλή.

Ο Ζωσιμάς τότε πήγε να της βάλει μετάνοια, η αγία όμως δεν τον άφησε και συνέχισε: «Αββά, πρόσεξε αυτά που σου είπα, να μην τα πεις σε κανέναν μέχρι να πεθάνω. Τώρα εσύ πήγαινε στο καλό και τον χρόνο που θα μας έρθει, όταν ξανάρθεις εδώ, έλα να με δεις πάλι. Κάνε όμως αυτό που θα σου πω, μην περάσεις τον Ιορδάνη την Καθαρή Δευτέρα, όπως συνηθίζεται, αλλά να μείνεις στο μοναστήρι. Και να θελήσεις όμως να φύγεις, δεν θα μπορέσεις. Τη Μεγάλη Πέμπτη αργά, πάρε τα Άγια Μυστήρια, έλα μόνος σου στον Ιορδάνη και περίμενε με εκεί, αφού από τότε που ήρθα εδώ δεν μετάλαβα. Φέρε μου λοιπόν τη θεία Κοινωνία και πες στον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο, να είναι πολύ προσεκτικός, γιατί συμβαίνουν πολλά κακά στο μοναστήρι σας, που πρέπει να διορθωθούν".

Με αυτά τα λόγια η αγία έφυγε αμέσως για την έρημο. Ο γέροντας για άλλη μία θαύμασε πώς γνώριζε τις συνήθειες του μοναστηριού, καθώς και τα προβλήματά του. Έπεσε τότε κάτω στη γη, φίλησε το μέρος που στεκότανε η αγία και ευχαριστώντας το Θεό επέστρεψε πίσω στο μοναστήρι.

Την επόμενη χρονιά, όταν ο Ζωσιμάς θέλησε να πάει στον Ιορδάνη, δεν μπόρεσε, γιατί αρρώστησε με πυρετό. Τότε θυμήθηκε τα λόγια της αγίας... Έπειτα από λίγες μέρες που της πέρασε στο κρεβάτι έγινε πάλι καλά. Τη Μεγάλη Πέμπτη, όπως του είχε ζητήσει, πήρε τη θεία Κοινωνία, λίγα σύκα, φοινίκια καθώς και μουσκεμένη φακή και πήγε στον ποταμό. Περιμένοντας να φανεί, άρχισε να κλαίει, γιατί η αγία αργούσε. Μετά σκέφτηκε κάτι άλλο, πώς θα περνούσε η Αγία απέναντι αφού δεν υπήρχε πλοίο; Ενώ το σκεφτόταν, την είδε να έρχεται από την απέναντι όχθη του ποταμού. Άρχισε τότε να τον απασχολεί το πώς θα περάσει απέναντι. Νύχτα ήταν βέβαια, μα το φεγγάρι ήταν γεμάτο και έβλεπε καθαρά. Τότε την είδε να κάνει το σταυρό της και σαν από θαύμα βρέθηκε στην άλλη όχθη του ποταμού. Όταν τον πλησίασε, ο Ζωσιμάς πήγε να της βάλει μετάνοια,  η αγία όμως τον σταμάτησε: "Τι πας να κάνεις, Ζωσιμά;» του είπε. «Τα Άγια Μυστήρια κρατάς και θέλεις να μου βάλεις μετάνοια; Ευλόγησέ με, αββά, ευλόγησέ με!»

Μετά τον παρακαλούσε να πει το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω». Τον φίλησε, κατά τη συνήθεια της αγάπης, μετάλαβε και τέλος προσευχήθηκε: "Τώρα μπορείς να απολύσεις στη δούλη σου, δεσπότη, με ειρήνη, καθώς μας είπες. Τα μάτια μου αντίκρισαν πια τη σωτηρία σου". (βλ. Λουκ. β'29). Και γυρίζοντας στον γέροντά του είπε:

- Συγχώρεσέ με, αββά Ζωσιμά, άλλη μία χάρη θέλω να μου κάνεις. Γυρνά στο μοναστήρι σου, με τη βοήθεια του θεού, και την επόμενη χρονιά που θα έρθεις να με συναντήσεις πάλι στο ίδιο μέρος που με συνάντησε στην πρώτη φορά. Εκεί θα με δεις, αφού αυτό θέλει ο Θεός μου.

- Δούλη του αληθινού Θεού, πολύ θα ήθελα να σε ακολουθήσω, αλλά δεν μπορώ. Πάρε τουλάχιστον αυτά τα φαγητά που σου έφερα.

Η αγία άπλωσε τα χέρια της και πήρε μόνο τρία σπυριά φακή. Έκανε τον σταυρό της και πέρασε τον Ιορδάνη περπατώντας πάνω στο νερό, όπως είχε κάνει και πριν. Ο γέροντας επέστρεψε στο μοναστήρι δοξάζοντας τον Θεό, όμως πολύ πικράθηκε που δεν έμαθε το όνομά της, μιας και ξέχασε να τη ρωτήσει.

Την επόμενη χρονιά, την Κυριακή της Τυρινής, βγήκε από το μοναστήρι, όπως συνήθιζε, και περιπλανήθηκε στην έρημο μήπως και την πετύχει. Πουθενά όμως δεν την έβλεπε και άρχισε πάλι να κλαίει και να προσεύχεται: "Θεέ μου μεγαλοδύναμε,  εσύ που με αξίωσες να γνωρίσω αυτό το μυστήριο, μη μου στερήσεις το τέλος του. Άσε με να το δω όλο! Βοήθησέ με, Χριστέ μου, να απολαύσω και πάλι την ευχή της δούλης σου". Καθώς έλεγε αυτά τα λόγια, γύριζε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά μήπως τη δει. Και πράγματι την είδε... Πεθαμένη ήταν, με τα χέρια της σταυρωμένα και το κεφάλι της στραμμένο προς τη δύση. Αμέσως έτρεξε κοντά της, άγγιξε τα πόδια της και τα έβρεξε με τα δάκρυα του. Έκλαψε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε άλλο, ψέλνοντας το «Άμωμο» από το ψαλτήριο (Ψαλμ. ριη'). Πέρασε αρκετή ώρα στέκοντας εκεί, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Τότε παρατήρησε πως τη γη πάνω από το κεφάλι της ήταν γραμμένα τα παρακάτω: "Αββά Ζωσιμά, το σώμα της Μαρίας εδώ που το βρήκες και προσευχήσου στον Θεό για εκείνη. Τελείωσε τον αιγυπτιακό μήνα Φαρμουθί- δηλαδή τον Απρίλιο- τη νύχτα εκείνη που μετέλαβε". Ο Ζωσιμάς αναρωτήθηκε ποιος να ήταν αυτός που έγραψε αυτά τα λόγια, αφού η Αγία του είχε πει πως δεν ήξερε γράμματα. Επιπλέον απόρησε πώς είναι δυνατόν να περπάτησε είκοσι ημερών δρόμο σε μία ώρα...

Τώρα είχε άλλο πρόβλημα, δεν ήξερε πώς να σκάψει την ξερή γη για να τη θάψει. Κοιτάζοντας γύρω, είναι πεταμένο ένα μικρό ξύλο και άρχισε να σκάβει με αυτό. Ήταν μάταιες όμως οι προσπάθειές του, γιατί το χώμα ήταν σκληρό και αυτός γέρος. Και να! Βλέπει ξαφνικά έναν λιοντάρι κοντά στην αγία, να της γλύφει τα πόδια. Εκείνος τρόμαξε πάρα πολύ, αφού Θυμήθηκε πως του είχε πει πως δεν είχε αντικρίσει κανένα θηρίο όλα αυτά τα σαράντα χρόνια που έζησε στην έρημο. Ο γέροντας έκανε το σταυρό του και ευχήθηκε να μην το πειράξει λέγοντάς του: "Ω θεριό ανήμερο! Αφού η δύναμη του Θεού σε έφερε εδώ, σκάψε τη γη να θάψουμε την Αγία, γιατί εγώ είμαι γερός και ανήμπορος. Ούτε να σκάψω μπορώ ούτε και να φέρω εργαλεία. Σκάψε λοιπόν και Φτιάξε εσύ τον τάφο της!»

Με το που είπε αυτά, το λιοντάρι άρχισε να σκάβει, μέχρι που το σώμα της καλύφθηκε εντελώς. Μετά έβαλε μετάνοια στον γέροντα και έτρεξε προς την έρημο. Έτσι ο γέροντας κατόρθωσε να θάψει το σώμα της εκεί που το βρήκε και γύρισε στο μοναστήρι δοξάζοντας και υμνώντας το Θεό.

Πίσω στο μοναστήρι ο ηγούμενος Ιωάννης, σύμφωνα με τα λόγια της αγίας, ανακάλυψε και στη συνέχεια διόρθωσε πολλά προβλήματα. Τέλος, σε εκείνο το μοναστήρι Πέθανε και ο αββάς Ζωσιμάς σε ηλικία εκατό χρονών.