ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ

Στις ιερές ακολουθίες της και ιδίως στις θείες Λειτουργίες της η αγία μας Εκκλησία μνημονεύει όλα τα μέλη της, τα πνευματικά παιδιά της, όλους τους Χριστιανούς. Μνημονεύει σαν πνευματική Μητέρα αυτούς που ζουν εδώ στην γη και αποτελούν την αγωνιζομένη, την στρατευόμενη Εκκλησία. Και κάθε Σάββατο το αφιερώνει στους  κεκοιμημένους. Ιδιαιτέρως όμως δύο Σάββατα, προ της Κυριακής των Απόκρεων και προ της Πεντηκοστής, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των τεθνεώτων, των νεκρών μας. γι’ αυτό και ονομάζονται Ψυχοσάββατα.

Από τους χρόνους των αγίων Αποστόλων υπάρχει η σπουδαία και ωραία αυτή παράδοση και τάξη, οι ζώντες να μνημονεύουν τους νεκρούς. Προσεύχονται υπέρ των νεκρών, των γονέων, συζύγων, τέκνων και αδελφών, φίλων και γνωστών, ξένων και αγνώστων, «υπέρ πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων Ορθοδόξων Χριστιανών, προπατόρων… των απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων».

Και σκοπός των δεήσεων, προσευχών και μνημοσύνων που γίνονται κατά τα Ψυχοσάββατα είναι να ελεήσει ο οικτίρμων και ελεήμων Θεός τις ψυχές των κοιμηθέντων αδελφών μας. Μας το λέει ο στίχος, που ακολουθεί το Συναξάριον του Ψυχοσαββάτου της Πεντηκοστής:

«Αμνημόνησον πταισμάτων νεκροίς, Λόγε, τα χρηστά νεκρά σπλάχνα σου μη δεικνύων».

Παρακαλούμε δηλαδή με τον στίχο αυτό και λέγουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό: «Υιέ και Λόγε του Θεού, λησμόνησε τα αμαρτήματα των νεκρών. Μη κλείσεις τα γεμάτα αγαθότητα και ευσπλαχνία σου σπλάχνα σ’ αυτούς και μη τα παρουσιάσεις νεκρά κατά την Δευτέρα Παρουσία σου.

Τελούμε την μνήμη όλων των νεκρών μας και κατά το δεύτερο Ψυχοσάββατο και παρακαλούμε τον Σωτήρα και Κύριο, ο Οποίος με το θάνατό του εθανάτωσε τον θάνατο. πίκρανε και κατήργησε τον Άδη, αλλά και ανέστη εκ νεκρών για την δικαίωσή μας, την σωτηρία μας, να τους αξιώσει εν ώρα Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία για τα έργα της ζωής τους σ’ Αυτόν, τον δίκαιο Κριτή μας και Θεό. Και κατά την παγκόσμια Κρίση να τους βάλει ως πρόβατά του στα δεξιά Του, όπου θα στέκουν οι εκλεκτοί του, και να τους αξιώσει  της επουρανίου Βασιλείας του, να ζουν μέσα στο ουράνιο φως των αγίων αγγέλων και των λευκοφορεμένων αγίων ψυχών αιωνίως.

Με τέτοια λαχτάρα αγία και ιερούς πόθους οι πιστοί Χριστιανοί τιμούν την μνήμη των νεκρών. Το απόγευμα της Παρασκευής πηγαίνουν πολλοί στον ιερό Ναό, ιδίως του κοιμητηρίου τον Ναό, και παρακολουθούν την Ακολουθία του Εσπερινού. Φέρνουν μαζί τους και τα κόλλυβα, που συμβολίζουν την ανάσταση των νεκρών, για να διαβασθούν και μοιρασθούν εις μνήμην των κεκοιμημένων προσφιλών τους. Ανάβουν τα κανδήλια στους τάφους τους και τους στολίζουν με άνθη ευωδιαστά. Καίνε λιβάνι, ανάβουν κερί, για να πάρουν του πατέρα ή της μάνας την ευχή. Αυτό το βράδυ πόσο όμορο και κατανυκτικό είναι το κοιμητήριο τη πόλεως ή του χωριού! Διότι είναι γεμάτο από κανδήλια αναμμένα, που σκορπούν φως ιλαρόν, υπερκόσμιο. Και την επομένη ημέρα, Ψυχοσάββατο, πηγαίνουν οι πιστοί στο ιερό Ναό για εκκλησιασμό. Φέρνουν τα πρόσφορά τους, το νάμα, τα μνημονεύματά τους. Παρακολουθούν την θεία Λειτουργία, που αυτή κυρίως είναι μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας. Και με την κατάλληλη προετοιμασία μεταλαμβάνουν των αχράντων Μυστηρίων. Στο τέλος παρακολουθούν την Ακολουθίαν των ιερών μνημοσύνων.

Έτσι  οι πιστοί Χριστιανοί εκδηλώνουν την πίστη τους. Δείχνουν ότι πιστεύουν στην πέραν του τάφου ζωή και στην αθανασία των ψυχών. Πιστεύουν ακράδαντα ότι οι ψυχές δεν χάνονται με τον θάνατο, αλλά ζουν. Τα σώματα των νεκρών, που διαλύονται και εξαφανίζονται μέσα στους τάφους θα αναστηθούν και θα ενωθούν πάλι με τις ψυχές τους κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Αυτή την πίστη δείχνουμε και ομολογούμε: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος».

Τους μνημονεύουμε, διότι τους αγαπούμε. Είναι πράγματι εκδήλωση της αγάπης μας προς τους απελθόντας αδελφούς μας η μνήμη τους. Τους ενθυμούμεθα, διότι συνεχίζουμε να τους αγαπούμε. Θα τους συναντήσουμε εκεί, και η αγάπη μας θα είναι αιώνια. Και προσευχόμεθα υπέρ αυτών, όπως ο Κύριος τους ελεήσει, παραβλέψει τα αμαρτήματά τους και τους αναπαύσει στην επουράνιο Βασιλεία του. Οι υπέρ αυτών προσευχές μας τους προσφέρουν «μεγίστην όνησιν», παρά πολύ μεγάλη ανακούφιση και ωφέλεια, όπως μας λέγουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας.

Αλλά και εμείς ωφελούμεθα, όταν τους μνημονεύουμε. Ενισχύουμε πιο πολύ την πίστη μας στο άπειρο έλεος του Θεού, που το επιζητούμε και το απολαμβάνουμε δια του Μυστηρίου της Μετανοίας και της ιεράς Εξομολογήσεως. Επιθυμούμε περισσότερο την μακαρία εκείνη ζωή και την συνάντησή μας με τα αγαπητά μας πρόσωπα, που έφυγαν για τον άλλο κόσμο ως πρωτοπόροι μας. Αισθανόμεθα περισσότερο την μακαριότητα του παρόντος κόσμου και ετοιμαζόμεθα με τα άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας για το ουράνιο ταξίδι. Λοιπόν, «υπέρ νεκρών προσεύχεσθαι» (Β΄ Μακ. ιβ΄ 44). Ας προσευχώμεθα για τους νεκρούς μας, όπως μας συνιστά ο λόγος του Θεού.