Η ΕΦΗΜΕΡΗ ΔΟΞΑ

Πολλοί άνθρωποι στρέφουν το δυναμισμό, τη σπουδή, τα ενδιαφέροντά τους στην εφήμερη δόξα. Επιθυμούν διαρκώς τα αξιώματα, τα μετάλλια, τις βραβεύσεις των Ακαδημιών και των διεθνών οργανισμών, την προβολή από τα μέσα μαζικής ενημερώσεως και τα όμοια.

Αλλά αυτή η δόξα δεν είναι πραγματική δόξα. Είναι σκιά δόξης. «Σκιά δόξης εστίν αυτή η δόξα». Είναι δόξα πρόσκαιρη και παροδική. Σήμερα λάμπει αστραφτερή και εντυπωσιακή, όπως λάμπει στον ουρανό η φωτοβολίδα, αλλά μετά από λίγο σβήνει και λησμονείται. Έρχεται και παρέρχεται. Εμφανίζεται κι αμέσως εξαφανίζεται. Κι αν δεν εξαφανίζεται αμέσως, το κέρδος που μας παρέχει είναι μηδαμινό.

Η Αγία Γραφή παρουσιάζει την εφήμερη δόξα με άνθος χόρτου. «Πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου» (Ησ. μ΄ 6). Σήμερα, λέει ο Μέγας Βασίλειος, ο άνθρωπος είναι θαλερός στο σώμα, παχύτατος από την καλοφαγία. Αύριο είναι να τον βλέπεις και να τον λυπάσαι ή διότι τον μάρανε ο χρόνος ή διότι τον διέλυσε η ασθένεια. Σήμερα είναι δακτυλοδεικτούμενος για τα πολλά του χρήματα, για την πολιτική του δύναμη, διότι διοικεί στρατόπεδα… Αλλά έρχεται ένας παρατεταμένος πυρετός, μία πλευρίτιδα, μία πνευμονία, ένας καρκίνος και τον κάνουν τελείως αγνώριστο. Μερικές φορές τον αρπάζουν και βιαίως από τη ζωή και η δόξα που είχε αποδεικνύεται όνειρο.

Να θυμηθούμε κάποιον ισχυρό ένδοξο άνδρα της εποχής του ιερού Χρυσόστομου. Λεγόταν Ευτρόπιος. Ήταν πρωθυπουργός των βυζαντινών αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ευδοξία. Και που κατάντησε από τη μία στιγμή στην άλλη! Συγκρούστηκε με την Ευδοξία, και ο αυτοκράτορας Αρκάδιος διέταξε την εξόντωσή του. Και για να σωθεί, έτρεξε και αγκάλιασε την αγία τράπεζα της Αγίας Σοφίας, παρ’ όλο που ο ίδιος με νόμο πριν από λίγες ημέρες είχε καταργήσει το άσυλο του ναού. Ο ιερός Χρυσόστομος προστάτευσε τότε τον Ευτρόπιο από την ορμή της αυτοκρατορικής φρουράς και εξεφώνησε τον υπέροχο πρώτο λόγο του «Εις Ευτρόπιον», στον οποίο μεταξύ των άλλων λέει τα εξής: Πάντοτε και ιδιαίτερα σήμερα είναι ο κατάλληλος καιρός να πούμε : Ματαιότητα ματαιοτήτων, και όλα είναι ματαιότητα. Πού είναι η εντυπωσιακή πρωθυπουργική στολή; Πού είναι οι πανηγυρικοί φωτισμοί, τα χειροκροτήματα, οι χοροί, τα συμπόσια και τα πανηγύρια; Πού είναι τα στεφάνια, οι πολύτιμες χλαμύδες, ο θόρυβος της πόλεως, οι ζητωκραυγές του ιπποδρόμου και κολακείες των θεατών; όλα εκείνα χάθηκαν. Φύσηξε ο άνεμος και σκόρπισε τα φύλλα και μας παρουσίασε γυμνό το δένδρο να σείεται από τις ρίζες του… Νύχτα ήταν όλα εκείνα όνειρα. Ήρθε η ημέρα κι αμέσως εξαφανίστηκαν. Άνθη ανοιξιάτικα ήταν και μαράθηκαν. Σκιά ήταν και πέρασε. Καπνός και διαλύθηκε. Σαπουνόφουσκες ήταν και έσπασαν. Αράχνη ήταν και διαλύθηκε.

Αυτή είναι η εφήμερη δόξα! Ψεύτικη δόξα! Κούφια, κενή, άδεια από περιεχόμενο! «Κενή τις εστί και μάταια, όνομα έχουσα πράγματος έρημον». Έχει όνομα μόνο δόξα. Είναι η δόξα των χοϊκών, που δεν ανυψώνεται στον ουρανό, αλλά παραμένει στο χώμα. Όσο επίσημος, όσο ονομαστός κι αν ήταν κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο, όσο κι αν ετιμάτο, όσο κι αν δοξαζόταν από τους ανθρώπους, όταν έλθει η ώρα του θανάτου, η δόξα του κατασκηνώνει στο χώμα. Έρχεται η πλάκα του τάφου και τα σκεπάζει όλα.

Επίσης, η εφήμερη δόξα είναι απατηλή και μας ξεγελάει. Μ’ αυτή τη δόξα ξεγέλασε ο παμπόνηρος όφις τους Πρωτόπλαστους στον Παράδεισο. Τους υποσχέθηκε ψευδώς ότι θα γίνουν όμοιοι με τον Θεό. «Έσεσθε ως θεοί» (Γεν. γ΄ 5). Μ’ αυτή τη δόξα ξεγελά μέχρι σήμερα και πολλούς άλλους, οι οποίοι νομίζουν ότι εάν αναρριχηθούν στα ύπατα αξιώματα. Εάν καθίσουν σε υψηλούς θώκους. Εάν αποσπάσουν τον έπαινο και τα χειροκροτήματα του κόσμου, θα είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι του κόσμου! Η μανία της δόξας τυφλώνει την όραση του νου τους. «Το δοξάριον», όπως το αποκαλεί ο Μέγας Βασίλειος κερδίζει την αγάπη τους. Τόσο πολύ υποδουλώνονται στην εφήμερη δόξα, που δεν θέλουν να την αποχωρισθούν. Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι τα χρήματα είναι ευκολότερο να τα περιφρονήσει όποιος θέλει. να παραβλέψει όμως την τιμή από τους πολλούς χρειάζεται πολύ κόπο, μεγάλη φιλοσοφία, ψυχή αγγελική που ν’ αγγίζει την ίδια την κορυφή του ουρανού!

Πώς λοιπόν θα μπορέσουμε ν’ απαλλαγούμε από το τυραννικό πάθος της κενοδοξίας; Αν αγαπήσουμε την ταπείνωση, αν ζούμε ζωή καθαρότητος και αγιασμού, αν εργαζόμαστε τα έργα της αγάπης. Η ταπείνωση ανυψώνεται, η καθαρότητα στεφανώνει, ο αγιασμός δοξάζει αληθινά τον άνθρωπο, τα έργα της αγάπης είναι τα μόνα που μας ακολουθούν στην πανευφρόσυνη ζωή των δικαίων. «Τα δε έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών» (Αποκ. ιδ΄ 13). Επίσης να αποτρέψουμε τους οφθαλμούς μας από «την δόξαν την σβεννυμένην» και να στρέψουμε όλη την προσοχή μας στην δόξα την αληθινή. Να βλέπουμε ψηλά, στον ουρανό, να σκεπτόμαστε πράγματα σπουδαιότερα από τα γήινα, να ποθούμε «την δόξαν την αθάνατον και αληθή». Αυτή είναι η αιώνια δόξα με την οποία δοξάζει ο Θεός όσους Τον αγαπούν. Στη Βασιλεία του Θεού ο έπαινος, η τιμή, η δόξα, το στεφάνι, η ευφροσύνη, η μακαριότητα θα είναι όχι από τους ανθρώπους αλλά από τον Θεό. Μ’ αυτή τη δόξα θα θέλουμε να δοξασθούμε κι εμείς. «Ειδότες τοίνυν των ανθρωπίνων την ευτέλειαν, πάντα εις τους ασύλους συναγάγωμεν θησαυρούς και την μένουσαν και ακίνητον δόξαν επιζητώμεν».Καθώς δηλαδή θα διαπιστώνουμε τη μηδαμινότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων, ας συγκεντρώσουμε τα πάντα στα ασύλητα θησαυροφυλάκια του ουρανού και ας επιζητούμε τη διαρκή και αιώνια δόξα, την οποία είθε να επιτύχουμε με τη Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν

π. Χ. Κ.