Έρχεται ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. (Σαμάρεια ονομάσθηκε η πόλη που έκτισε το 880 π.Χ. ο βασιλιάς του Ισραήλ, Αμβρί, έπειτα το όρος Σομόρ που ήταν η ακρόπολή της και τέλος όλο το βόρειο βασίλειο του Ισραήλ, που καταλύθηκε από τους Ασσυρίους το 721 π.Χ. και ο ηγεμόνας τους εγκατέστησε εκεί εθνικούς από πολλά μέρη).

Εκεί ήταν η πηγή του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι και κάτω αφελώς, γιατί οι μαθητές του πήγαν να αγοράσουν τροφές. Έρχεται εκεί μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Ποιός μου βεβαιώνει εμένα ότι ο Χριστός Αναστήθηκε;

Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ' όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.
Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του

ΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΒΕΒΑΙΩΝΕΙ ΕΜΕΝΑ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ;

Κατά τους χρόνους του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο βασιλιάς της πόλεως Μαγεδώνος (στην Περσία), Λικίνιος, είχε μία θυγατέρα εξαιρετικής ομορφιάς, ονόματι Πηνελόπη. Για να την προστατεύσει από την διαφθορά του κόσμου, την είχε κλείσει από την ηλικία των έξι χρόνων σε υψηλό και απροσπέλαστο πύργο, όπου την περιέβαλλε με αφάνταστη πολυτέλεια και ανέσεις. Την υπηρετούσαν δεκατρείς θεραπαινίδες και την μόρφωσή της είχε αναλάβει ένας

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΗ

Διάλογος ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, (του πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη):

- Γέροντα, λέω την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
- Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος και καίγεται, και φεύγει. Έ, καλά παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΥΧΗΣ " ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ"